Home > Εθνικά Θέματα > Η εθνική στρατηγική και το Μακεδονικό

Η εθνική στρατηγική και το Μακεδονικό

Δεκέμβριος 22nd, 2007

Στο άρθρο του στη «Ρήξη», 15.12.07 ο Γιώργος Καραμπελιάς τοποθετείται στο Μακεδονικό πρόβλημα με ένα συγκεκριμένο σκεπτικό, με το οποίο εντάσσει το ανωτέρω πρόβλημα σε μια όπως την διατυπώνει «συνολική εθνική στρατηγική» με ιεραρχήσεις και προτεραιότητες.

Με αφορμή αυτό το άρθρο έπεται η ακόλουθη τοποθέτησή μου στο πρόβλημα, ως αντίλογος.

Πρώτα απ’ όλα πρέπει να αφήνει κανείς απ’ έξω οποιαδήποτε προσωπική πολεμική. Πρέπει να προσπαθεί να μένει στο επίπεδο της πειθούς μέσω επιχειρημάτων. Έχουμε να κάνουμε λοιπόν με έναν αντίλογο  στις προτάσεις ή λύσεις που προτείνει ο Γιώργος Καραμπελιάς και που κατά την άποψή του (αυτό τονίζει ο ίδιος)  υπηρετούν την συνολική εθνική στρατηγική.

Βέβαια πάντοτε ελλοχεύει ο κίνδυνος να θεωρεί κάποιος την άποψή του σαν την μοναδική αλήθεια και συνεπώς να δογματίζει.

Από την άλλη μεριά πρέπει να τονιστεί ότι τα όρια ανάμεσα στην πειθώ και την πολεμική είναι δυσδιάκριτα. Είναι ένας σκόπελος που δεν μπορεί κανείς να τον αποφύγει εύκολα, πάντως πρέπει να προσπαθήσει.

Έχοντας συνείδηση αυτού του κινδύνου θα προβώ στον αντίλογο απέναντι στις απόψεις του Γιώργου Καραμπελιά,  προσπαθώντας με επιχειρήματα να αντικρούσω τα δικά του επιχειρήματα.

Συμφωνώ εκ προοιμίου στον στρατηγικό στόχο που θέτει στον οποίο «θα συνυπολογίζεται το σύνολο των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Ελλάδα, και κυρίως το βασικό ζήτημα του τουρκικού επεκτατισμού και του νέο-οθωμανισμού». Εδώ δε διαφωνούμε.

Η διαφωνία έγκειται στο πως θα επιτευχθεί αυτός ο στρατηγικός στόχος. Ποια συγκεκριμένη τακτική θα ακολουθήσουμε, ποια συγκεκριμένα μέτρα και ποιες συγκεκριμένες ενέργειες θα προτείνουμε, ώστε να διευκολύνουμε τουλάχιστον την προσέγγιση του στρατηγικού στόχου. Γιατί η συγκεκριμένη τακτική κάθε φορά καθορίζει την προσέγγιση ή την απομάκρυνση από τον στρατηγικό στόχο. Ως παράδειγμα τακτικής με την οποία υπηρετείται αυτός ο στόχος, προτείνει ο Γιώργος Καραμπελιάς για το Σκοπιανό πρόβλημα τον γεωγραφικό προσδιορισμό, δηλαδή  τη σύνθετη ονομασία (π.χ. «Άνω Μακεδονία») ως την «προτιμότερη για τα εθνικά συμφέροντα» λύση. Τις λεπτομέρειες και την ολοκληρωμένη επιχειρηματολογία του μπορεί να διαβάσει κάποιος στο άρθρο του στη «Ρήξη» και στην εφημερίδα «Το Παρόν».

Το ερώτημα που έχουμε λοιπόν να απαντήσουμε είναι: Ο γεωγραφικός προσδιορισμός, που ασφαλώς περιέχει τον όρο «Μακεδονία» προωθεί την στρατηγική μας ή την αποδυναμώνει (για να μην πω, την ναρκοθετεί);

Και τώρα η δική μου αντίληψη απέναντι στη δική του αντίληψη.

Κάθε επιχειρηματολογία πρέπει να θέτει ορισμένα κριτήρια ως βάση συζήτησης.

Το βασικό κριτήριο ενός πατριώτη που έχει αξιώσεις να είναι και διεθνιστής (δηλαδή πάνω από εθνικές ή εθνικιστικές σκοπιμότητες) είναι το ακόλουθο:

Κάθε ενέργειά μας πρέπει να υπηρετεί και προωθεί τις σχέσεις καλής γειτονίας, της αλληλεγγύης, της ειρηνικής και συναδελφικής συμβίωσης των λαών, της ειρηνικής λύσης των προβλημάτων, του αλληλοσεβασμού, της προσήλωσης στις διεθνείς συνθήκες και τους διεθνείς κανόνες (αυτοί που υπάρχουν και όπως υπάρχουν, είτε μας αρέσουν είτε όχι), της αποφυγής πράξεων και ενεργειών που δημιουργούν εντάσεις και αποσταθεροποίηση και ούτω καθεξής.

Αν διαφωνούμε σ’ αυτό, τότε πραγματικά πρόκειται για αγεφύρωτο χάσμα και κάθε συζήτηση δεν έχει νόημα. Πάμε σε εθνικισμούς, σοβινισμούς, επεκτατισμούς, εντάσεις και πολέμους, ίδιον ενός μη «αριστερού».

Πολύς λόγος γίνεται για τον αυτοπροσδιορισμό των λαών. Σωστό. Στην περίπτωση όμως των Σκοπίων δεν έχουμε να κάνουμε με αυτοπροσδιορισμό, τον οποίο πρέπει να σεβαστούμε και να στηρίξουμε, αλλά για τον αυτοπροσδιορισμό δια του ετεροπροσδιορισμού, δηλαδή δια του σφετερισμού του ονόματος «Μακεδονία» και δια του κατά συνέπεια αλυτρωτισμού.

Οι Σκοπιανοί λοιπόν ισχυρίζονται ότι οι Μακεδόνες δεν Έλληνες. Ο Φίλιππος ο Β΄ και ο Μέγας Αλέξανδρος δεν ήταν Έλληνες. Ήταν Μακεδόνες, δηλαδή, όπως προπαγανδίζουν οι ίδιοι, ένας ξεχωριστός από τους Έλληνες λαός. Το δεύτερο που ισχυρίζονται είναι ότι αυτοί είναι οι απόγονοι των Μακεδόνων. Άρα η γεωγραφική περιοχή που λέγεται ελληνική  Μακεδονία κατ’ ουσίαν και σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τις διεθνείς συνθήκες τους ανήκει. Αντιστρέφοντας την ιστορική πραγματικότητα διακηρύττουν σ’ όλα τα μήκη και πλάτη της υφηλίου ότι εμείς οι Έλληνες είμαστε οι σφετεριστές. Συνεπώς έχουν δικαίωμα απέναντι στους σφετεριστές και κατακτητές της ελληνικής Μακεδονίας, που είναι οι Έλληνες, να τη διεκδικήσουν!!! Και όχι μόνο αυτό, αλλά και Έλληνες «αριστεροί», πρόμαχοι της διεθνιστικής αλληλεγγύης, (τρομάρα τους) διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους να τους στηρίξουν. Και το θεωρούν λογικό, γιατί «Μακεδόνες» αυτοί, αναγνωρισμένοι από σχεδόν όλο τον κόσμο, είναι φυσικό και φυσιολογικό να ισχυρίζονται, όπως το κάνουν με μεγάλη επιτυχία, ότι η γεωγραφική περιοχή που λέγεται ελληνική Μακεδονία να ανήκει στο κράτος που φέρει το όνομα «Μακεδονία»,  με απλή, διπλή ή τρίδιπλη ονομασία δεν έχει σημασία. Δηλαδή δεν τους ενδιαφέρει κατά βάση (και ας δείχνουν τα φαινόμενα διαφορετικά), αν το όνομα είναι σκέτο «Μακεδονία» ή σύνθετο. Αρκεί να υπάρχει ο όρος «Μακεδονία». (βλ. για το θέμα αυτό αναλύσεις στο Άρδην, τεύχος 67. Νοέμβρης -Δεκέμβρης 2007). Το όνομα είναι το όχημα του αλυτρωτισμού. Χωρίς αυτό δεν μπορούν να παλέψουν τις εδαφικές τους διεκδικήσεις εναντίον της Ελλάδας και ότι και να κάνουν οι προσπάθειές τους είναι καταδικασμένες τελικά σε αποτυχία.

Ο μόνιμος στόχος τους είναι η «Μακεδονία του Αιγαίου» με πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη. Όποιος δεν το έχει καταλάβει αυτό είναι βαθιά νυχτωμένος-και το ολιγότερο – ανιστόρητος. (βλ. πολιτική του ΚΚΕ στο Μακεδονικό).

Αν μάλιστα οι Αμερικανοί και οι σύμμαχοί τους επιβάλουν κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου και των διεθνών κανόνων την ανεξαρτησία του Κοσόβου, τότε ανοίγει ο ασκός του Αιόλου για αλλαγές συνόρων, όχι μόνο στην περιοχή μας, αλλά και ανά τον κόσμο. Μια νέα περίοδο αστάθειας και έντασης θα ακολουθήσει. Και φυσικά στην αναμπαμπούλα ο λύκος χαίρεται (ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός με τα υποσύνολά του, δηλαδή ο νέο -οθωμανισμός, αν μιλάμε για τα θέματα που μας αφορούν).

Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε δεν επιτρέπεται όσοι είναι πραγματικά υπέρ της ειρήνης, της καλής γειτονίας κ.λπ. να επικροτούν τη θέση ότι εδώ που φτάσαμε η μόνη λύση είναι η σύνθετη ονομασία, δηλαδή η αποσταθεροποίηση της περιοχής και η δημιουργία προηγούμενου για επόμενες διεκδικήσεις και επόμενες υποχωρήσεις και επόμενες εντάσεις και αυτός ο κατήφορος δεν έχει τέλος. Γιατί με το να λέμε ότι τα νέα δεδομένα επιβάλουν τη σύνθετη ονομασία, δίνουμε τη δυνατότητα στα νέα δεδομένα που δημιουργεί στην Κύπρο, το Αιγαίο, τη Θράκη η τουρκική εξωτερική πολιτική να πούμε ότι εδώ που φτάσαμε το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να αναγνωρίσουμε τη δικοινοτική – διζωνική ομοσπονδία στην Κύπρο, την παραχώρηση του μισού Αιγαίου, για να μην πάρουν όλο το Αιγαίο οι Τούρκοι, την μεγαλύτερη δυνατή αυτονομία στην Θράκη, για να μην διεκδικήσουν κάποτε την ανεξαρτησία οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης, δημιουργώντας από δική μας υποτέλεια και υποχωρητικότητα τα νέα δεδομένα, όπου θα ανατρέχουμε να βρίσκουμε λύσεις με μοναδικό κριτήριο: «τα μη χείρον βέλτιστα».

Η θέση μας σας πατριώτες -διεθνιστές είναι να προβάλουμε σταθερά και με συνέπεια τις θέσεις που συνάδουν με τις διεθνείς συνθήκες, τους διεθνείς κανόνες και το δικαίωμα του αλληλοσεβασμού, για να μπορούμε να διεκδικούμε την ειρηνική λύση των προβλημάτων. Αν άλλοι ακολουθούν μία πολιτική η οποία τελικά οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε εντάσεις και αποσταθεροποίηση, εμείς δεν πρέπει να τους ακολουθήσουμε και να συνταυτιστούμε μαζί τους. Ούτως ή άλλως αυτοί θα ακολουθήσουν το δρόμο της υποτέλειας, είτε το συνειδητοποιούν είτε όχι. Με τη σύνθετη ονομασία το έχουν δηλώσει (Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ). Η αστική τάξη της πατρίδας μας, δηλαδή η ολιγαρχία της διαπλοκής, δηλαδή το κεφάλαιο, ως γνωστόν δεν έχει πατρίδα. ενδιαφέρεται μόνο για «μπίσνες». Το αποδεικνύουν οι έλληνες επιχειρηματίες στα Σκόπια. Όμως οι άλλοι έχουν πατρίδα; Μήπως πιστεύουν στ’ αλήθεια ότι στις γειτονικές μας χώρες η άρχουσα τάξη είναι η εργατική τάξη και δεν το έχουμε πάρει χαμπάρι!!! Μήπως γι’ αυτό πρέπει να τους στηρίξουμε ενάντια στην αστική τάξη και τους εθνικιστές της χώρας μας; Είναι και αυτό ένα ερώτημα. Για τους εθνομηδενιστές βέβαια όλα είναι αυτονόητα.

Το κριτήριο της σωστής μας στρατηγικής δεν μπορούμε να το αλλάζουμε σύμφωνα με τα νέα δεδομένα που δημιουργεί η νέα τάξη, γιατί η τακτική που ακολουθούμε δεν εξυπηρετεί αυτή την στρατηγική που θέλουμε από πρόθεση να υπηρετήσουμε. Τότε οι ενέργειές μας θα δυναμιτίζουν τους στρατηγικούς μας στόχους που λέγεται συνολική εθνική στρατηγική.

Μοναδικός οδηγός των ενεργειών μας πρέπει να είναι το κριτήριο που αναφέραμε. Όλα τα άλλα υποθηκεύουν και υπονομεύουν τη στρατηγική μας.

Και το ερώτημα είναι; Η υποχωρητικότητά μας, καταπατώντας οι ίδιοι τις διεθνείς συνθήκες και τη διεθνή νομιμότητα, θα εξασφαλίσει την ειρηνική συμβίωση στην περιοχή; Δηλαδή, για να το κάνω πιο λιανά: Άμα δώσουμε την Κύπρο, το μισό Αιγαίο και τη Δυτική Θράκη στους Τούρκους, τη Μακεδονία στους Σκοπιανούς και την Ήπειρο (Tσαμουριά) στους Αλβανούς και ό,τι άλλο ανομολόγητο προκύψει στην πορεία από τη βουλιμία των γειτόνων μας, με την στήριξη των υπεραντλαντικών και ατλαντικών «άσπονδων φίλων μας» και των εντός των τειχών «αριστεροδεξιών» συμμάχων τους, θα εξασφαλίσουμε την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή; Ποια φαντασία μπορεί να συλλάβει κάτι τέτοιο; H υπερβολή (αν είναι υπερβολή) δείχνει εναργέστερα τη διάσταση του προβλήματος.

Ο δικός μας ο ρόλος είναι να διακηρύξουμε ποιο είναι το σωστό και όταν και εφόσον έχουμε τη πολιτική δύναμη να επιβάλουμε τη γνώμη μας, τότε μιλούμε και για το πολιτικά εφικτό, προσπαθώντας με την πολιτική μας να πετύχουμε τη μέγιστη δυνατή προσέγγιση του στρατηγικού στόχου.

Η εμμονή σε απόψεις που στην ουσία αντιστρατεύονται την στρατηγική μας, απαιτεί την αυτοκριτική μας.