Home > Πολιτική > Η γεωστρατηγική και γεωπολιτική θέση της Ελλάδας

Η γεωστρατηγική και γεωπολιτική θέση της Ελλάδας

Ιούλιος 30th, 2015

Εισαγωγικό σημείωμα

Επειδή υπάρχει πλήρης σύγχυση για τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα, θα προσπαθήσω και από την δική μου πλευρά να αναλύσω ορισμένα φαινόμενα της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας, που είναι εκτός συζήτησης, γιατί έτσι βολεύει το σύστημα.

Θα ξεκινήσω με ένα ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη, που πολλές φορές υπήρξε προφητικός:

 ΤΕΛΕΙΩΜΕΝΑ

 Μέσα στον φόβο και στες υποψίες,

με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια,

λυώνουμε και σχεδιάζουμε το πώς να κάμουμε

για ν’ αποφύγουμε τον βέβαιο

τον κίνδυνο που έτσι φρικτά μας απειλεί.

Κι όμως λανθάνουμε, δεν είν’ αυτός στον δρόμο,

ψεύτικα ήταν τα μηνύματα

(ή δεν τ’ ακούσαμε, ή δεν τα νοιώσαμε καλά).

Άλλη καταστροφή, που δεν την φανταζόμεθαν,

εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας,

κι ανέτοιμους – πού πια καιρός – μας συνεπαίρνει.

Αυτά έγραφε ο ποιητής, που ανταποκρίνονται απόλυτα στην πραγματικότητα που βιώνουν οι Έλληνες πολίτες σήμερα. Παρεμπιπτόντως πρέπει να τονίσω ότι ποτέ δεν έχω διαψευστεί στις προβλέψεις μου κατά την διάρκεια της μεταπολίτευσης.

Τα περισσότερα άρθρα αποτελούν κεφάλαια από διάφορα βιβλία μου ή προηγούμενες αναλύσεις, που δημοσιεύτηκαν στο διαδίκτυο, γιατί, για το σύστημα και τα υποτακτικά του, ήταν απαγορευμένα.

Θα ξεκινήσω στην παράθεση των κειμένων που θα λάβουν χώρα ανά δύο ημέρες, ξεκινώντας από σήμερα με μια διατύπωση που έχει την έννοια αξιώματος και αποτελεί την θέση της Αριστερής Πλατφόρμας: ΕΑΝ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΔΕΝ «ΣΥΜΜΟΡΦΩΝΕΤΑΙ» ΜΕ ΤΗΝ ΘΕΩΡΊΑ ΤΟΣΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ.

Οι προγραμματικές δηλώσεις του ΣΥΡΙΖΑ στην Θεσσαλονίκη και γενικότερα αποτελούν ένα πρόγραμμα παροχών, που έχει σχέση με το παρασιτικό καταναλωτικό μοντέλο όλης της μεταπολίτευσης, (εκτός από τα μέτρα για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης) που βασικά ισχυριζόταν ότι «λεφτά υπάρχουν», απλώς τα λεφτά αυτά ήταν δυστυχώς δανεικά. Μερικοί τα θεωρούσαν μάλιστα «δανεικά και αγύριστα». Τους διέψευσε όμως η σκληρή πραγματικότητα, που δεν έχει σχέση με ιδεοληπτικές φαντασιώσεις και βέβαια με την διεθνή και εσωτερική πραγματικότητα. Όλοι αυτοί από όλες τις ιδεολογικές κατευθύνσεις ζούσαν σε έναν κόσμο φανταστικό, εκτός τόπου και χρόνου και μάλλον θέλουν με την μέθοδο της φυγής, να συνεχίζουν να ζουν σ’ αυτόν τον ανύπαρκτο παραδεισένιο χρόνο και τόπο.

Όλα αυτά τα φαινόμενα πρόκειται στην σειρά των αναλύσεών μου να καταθέσω στο επόμενο χρονικό διάστημα. Μπορείς βέβαια, για να πω και το τελευταίο στο εισαγωγικό αυτό σημείωμα, να υπόσχεσαι στον καθένα λαγούς με πετραχήλια, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι η πραγματικότητα.

Εκ προοιμίου ωστόσο δηλώνω καθαρά και ξάστερα και θα προσπαθήσω να αποδείξω με την παράθεση των αναλύσεών μου ότι τα μνημόνια και αντιμνημόνια δεν ήταν και δεν είναι το πρόβλημα της Ελλάδας, γιατί έτσι όπως πολιτευτήκαν τα κόμματα της μεταπολίτευσης, απαξάπαντα, δεν υπήρχε διαφυγή, δηλαδή θα τα υπέγραφαν, εκτός αν οδηγούσαν την χώρα στην πλήρη και οριστική καταστροφή. Κι’ αυτό επειδή όπως λεν διάφοροι στην δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Και πράγματι. Ο ένας δρόμος οδηγεί στην διέξοδο και ο άλλος στην καταστροφή. Το πρόβλημα λοιπόν είναι τι κάνεις για να βγεις απ’ αυτά. Με ευχολόγια φυσικά δεν γίνεται ούτε με «αριστερές ή δεξιές» φαντασιώσεις. Το βασικό πρόβλημα είναι η πρωτοφανής παρακμιακή μας πορεία από συστάσεως του ελληνικού κράτους, βασικά η παρασιτική μας νοοτροπία. Γιατί ο παρασιτισμός δεν εντρυφά μόνο στην οικονομία, αλλά κυρίως στα μυαλά μας. Η Ελλάδα στην μεταπολίτευση απετέλεσε ένα τεράστιο φρενοκομείο, όπως έλεγε ο Καραμανλής ο πρεσβύτερος. Με αυτήν την έννοια τα φαινόμενα δεν μπορείς να τα εξηγήσεις πάντοτε με πολιτικούς ή οικονομικούς όρους, παρά με όρους της ψυχοπαθολογίας του Έλληνα.

 Η γεωστρατηγική και γεωπολιτική θέση της Ελλάδας που καθορίζει τα πάντα και επικαθορίζεται απ’ αυτά.

«Οι γεωπολιτικές παράμετροι και τα εθνικά συμφέροντα καθορίζουν την εξωτερική πολιτική – όχι το παρελθόν, ούτε η φυλή και ο πολιτισμός»[1]

Ανάλυση τρίτη

Ο νόμος της ισχύος ή ισχύς του νόμου;

Ο φιλόσοφος Χέρμπερτ Σπένσερ, πατέρας της ηθικολογικής θεωρίας του κοινωνικού δαρβινισμού, τόνιζε ότι η «δύναμη είναι το δίκαιον».

Δεν υπάρχουν στο διεθνές περιβάλλον αυτό που λέγαμε «παραδοσιακές σχέσεις». «Οι γεωπολιτικές παράμετροι και τα εθνικά συμφέροντα καθορίζουν την εξωτερική πολιτική», όπως τονίζει και ο κορυφαίος Έλληνας στοχαστής Παναγιώτης Κονδύλης. Το μόνο κριτήριο ήταν, είναι και θα είναι το συμφέρον και μάλιστα, μέσω της επιβολής των ισχυρών επί των αδυνάτων, όπως το ανέλυσε πολύ σωστά και ο Θουκυδίδης, με τη γνωστή λογική ότι «ο ισχυρός επιβάλλει, ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος υποχωρεί, όσο του επιβάλλει η αδυναμία του».[2]

Η Γερμανία με εμπροσθοφυλακή τον Σόιμπλε, που θέλει να επιβάλει την γερμανική πολιτική στην Ευρώπη, θα ήθελε οπωσδήποτε να βγάλει την Ελλάδα από την Ευρωζώνη και, ει δυνατόν, να την πετάξει και από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όμως εδώ για λόγους γεωπολιτικούς και γεωστρατηγικούς επενέβησαν οι ΗΠΑ και αποσόβησαν μια τέτοια εξέλιξη. Ο λόγος είναι απλός, αν και ακατανόητος για τους πολλούς, που είναι συνηθισμένοι να σκέφτονται με παρωπίδες, στερεότυπα και ιδεοληψίες και γενικότερους δογματισμούς, ή που έχουν έναν περιορισμένο διανοητικό ορίζοντα, που εγκλωβίζουν την ελεύθερη και ανεξάρτητη κριτική σκέψη σε θεωρίες και αντιλήψεις, που δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα: Οι Αμερικανοί προώθησαν στην κυβέρνηση τον ΣΥΡΙΖΑ, γιατί με κυβέρνηση Σαμαρά και Βενιζέλου, δεν θα μπορούσαν να πετύχουν τα σχέδιά τους, μέσα στο αστικό κοινοβουλευτικό δικομματικό σύστημα, που πρέπει να λειτουργεί με κάθε τρόπο και κάθε μέσο, όπως το ανέλυσαν ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Σάκης Καράγιωργας. Προτίμησαν να επενδύσουν σε κόμμα της Αριστεράς, που δεν ήταν, όπως το ΠΑΣΟΚ και η Νέα Δημοκρατία, λόγω της εξάρτησης τους από την Γερμανία (λίστες Χριστοφοράκου, μίζες από την Ζίμενς κ.λπ) σε θέση και δεν ήταν εύκολο να υλοποιήσουν τα σχέδιά τους.

Ποια ήταν όμως τα σχέδια των Αμερικανών που μπορούσαν πιο εύκολα να εφαρμόσουν με τον ΣΥΡΙΖΑ, απ’ ότι με τα άλλα χρεοκοπημένα και απαξιωμένα κόμματα στην ελληνική κοινωνία; Υποθέτω – και σ’ αυτό το σημείο κάνω μια εκτίμηση -ότι με τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν πιο εύκολο μια και καλή να ανακόψουν οποιανδήποτε επαφή και προσέγγιση της Ελλάδας προς την Ρωσία, που είναι ο στρατηγικός τους στόχος, δηλαδή η απαγόρευση προσέγγισης προς την Ρωσία, την οποία ποτέ δεν θα επιτρέπανε για δικούς τους γεωστρατηγικούς και γεωπολιτικούς λόγους, όπως προαναφέραμε. Το παράδειγμα του εμφυλίου είναι πολύ χαρακτηριστικό, όταν ο Ζαχαριάδης επιχείρησε να εντάξει την Ελλάδα στο Σοβιετικό Στρατόπεδο. Απλώς καταστράφηκε η Ελλάδα, που αποτελεί και την αιτία των σημερινών δεινών. Επιπλέον είναι πιο εύκολο και χωρίς αντιδράσεις να λύσουν προς το συμφέρον τους τα εθνικά θέματα, όπως το Κυπριακό (Δικοινοτική, Διζωνική Ομοσπονδία, την οποία ούτως η άλλως ασπάζεται ο ΣΥΡΙΖΑ), το Μακεδονικό (αναγνώριση των Σκοπίων με σύνθετη ονομασία για όλες τις χρήσεις), πιθανόν την Θράκη, (προώθηση σχεδίου αυτονομίας της Δυτικής Θράκης), υποχώρηση στις μεγαλοϊδεατικές βλέψεις και απαιτήσεις της Αλβανίας, το Αιγαίο, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις κ.λπ. Ανησυχία προκαλεί ο διορισμός στο υπουργείο Εξωτερικών της ΣΙΑ Αναγνωστοπούλου, που ήταν υπέρ του σχεδίου Ανάν, της αναγνώρισης της «Δημοκρατίας των Σκοπιών» και της γενικότερης υποχωρητικής της στάσης απέναντι στις κατακτητικές βλέψεις της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας.

Ήδη πέτυχαν, με την σύμπλευση των δεξιών κομμάτων Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ, να ψηφίσουν τον νόμο για την Ιθαγένεια, που σε βάθος χρόνου ισλαμοποιεί την Ελλάδα και περαιτέρω την Ευρώπη και το τέμενος, χωρίς καμία απολύτως αντίδραση. Η μόνη αντίδραση υπήρξε από τους ΑΝ.ΕΛ., αλλά οι ΑΝ.ΕΛ. δεν μπόρεσαν φυσικά να αποτρέψουν την ψήφισή τους. Με την πλύση εγκεφάλου της ελληνικής κοινωνίας ότι οποιαδήποτε αντίθετη άποψη θα ήταν αντιδραστική, ρατσιστική, δεξιά, ακροδεξιά έως φασιστική, ένδειξη μισαλλοδοξίας , φίμωσαν οποιαδήποτε αντίθετη φωνή, που δεν είχε το θάρρος να αντισταθεί, για να μην κατηγορηθεί με τα ανωτέρω επίθετα. Έτσι συμβιβάστηκε η πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας, που την κράτησε το σύστημα σκόπιμα και σχεδιασμένα αποπροσανατολισμένη στα οικονομικά θέματα, για να ρυθμίσει με άνεση τα εθνικά.

Πολύ σημαντική στο θέμα που θα αναλύσουμε είναι η εκ βαθέων εξομολόγηση, του Γιώργου Καραμπελιά, ενός συνοδοιπόρου από τα παλιά με τους συντρόφους της «Αριστεράς» και κυρίως της Αριστερής πλατφόρμας (Γιάννης Μηλιός κ.λπ), που λέει τα εξής αποκαλυπτικά, διαχωρίζοντας την θέση του: «Πολλοί φίλοι θεωρούν πως ίσως υπερβάλλουμε σε μία κατεύθυνση «συνωμοσιολογίας». Εγώ ο ίδιος παλαιότερα, νεότερος και βαθιά ποτισμένος από τον μαρξιστικό ντετερμινισμό, υποτιμούσα τον πολιτικό και τον γεωπολιτικό παράγοντα, εμμένοντας μόνο στις ταξικές αντιθέσεις, με μια στενή και οικονομίστικη έννοια του όρου.[3] Σήμερα, και από την εμπειρία μου, αλλά και από τη  βαθύτερη γνώση της ιστορίας, έχω καταλήξει πως και οι ταξικές αντιθέσεις εκφράζονται πάντα μέσα από γεωπολιτικά και πολιτικά παίγνια. Ιδιαίτερα δε σε χώρες μικρού ή μεσαίου μεγέθους, με μεγάλα εθνικά προβλήματα, μεγάλη ταξική ρευστότητα και σε περιοχές συνάντησης πολλαπλών αντιθέσεων και συγκρούσεων μικρών και μεγάλων δυνάμεων, εκεί αυτές οι αντιθέσεις και οι γεωπολιτικοί σχεδιασμοί αποκτούν αποφασιστική σημασία. Και εδώ παρεμβαίνουν και ιστορικοί παράγοντες. Από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, αν όχι και πριν από αυτό, οι αντιθέσεις των Μεγάλων δυνάμεων έπαιζαν αποφασιστικό ρόλο στον προσανατολισμό της χώρας. Γι’  αυτό όταν δημιουργήθηκε το ελληνικό κράτος τα τρία κυρίαρχα κόμματα αποκαλούνταν επισήμως ως το αγγλικό, το γαλλικό και το ρωσικό κόμμα. Έκτοτε δεν κατορθώσαμε ποτέ να ξεφύγουμε  από αυτόν τον αποφασιστικό ετεροκαθορισμό, ο οποίος ενώ δεν αναιρεί τις ταξικές αντιθέσεις διαπλέκεται μαζί τους και τις εκφράζει ή τις διαστρέφει.

Οι Μεγάλες Δυνάμεις και τα ξένα συμφέροντα επικεντρώνονται αποφασιστικά στο πολιτικό σύστημα, τη διανόηση και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα. Οι Αμερικανοί και το αγγλοσαξωνικό λόμπι και οι Γερμανοί προσπαθούν να ελέγξουν κατεξοχήν τη διανόηση και τον τύπο καθώς και τα πολιτικά κόμματα.

Σε μία ρευστή κοινωνική πραγματικότητα και σε μια κοινωνία εθισμένη στις ξένες επεμβάσεις, η σύνδεση με τα συμφέροντα της μιας ή της άλλης δύναμης, μεταβάλλεται μάλλον σε κανονικότητα (αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά μία σχέση πρακτορικού χαρακτήρα) αλλά πολύ συχνά σύμπτωση συμφερόντων και προώθησης των «φίλιων» δυνάμεων, έτσι ώστε να είναι περίεργο μάλλον το αντίθετο, δηλαδή η ύπαρξη πολιτικών και μιντιακών δυνάμεων που να μην είναι συνδεδεμένες με ξένα συμφέροντα και επιδιώξεις».[4]

Αυτόν τον γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό παράγοντα, τον οποίο κατά κόρον και στην διαπασών τόνιζα και τονίζω ανέκαθεν, πριν μετά από πολλές δεκαετίες τον ανακαλύψει ο Καραμπελιάς, όπως συνέβη και με άλλους μαρξιστές σε άλλα θέματα, αγνοεί ή το ολιγότερο υποτιμά η «Αριστερά» και φυσικά και ο ΣΥΡΙΖΑ και πολλοί άλλοι, που διακατέχονται από μια λανθασμένη και παρωχημένη ανάλυση για το παγκόσμιο γίγνεσθαι.

Είναι σημαντικό στο πλέγμα αυτό να δούμε τις σχέσεις του διεθνούς κεφαλαίου με τις ντόπιες άρχουσες τάξεις: «Μέσα στη διεθνοποίηση του κεφαλαίου», ισχυρίζεται ο Γκρέγκορυ Άλμπο, καθηγητής πολιτικής οικονομίας: «Το ξένο κεφάλαιο παίζει πια κεντρικό ρόλο στις πιο πολλές χώρες στην παροχή κεφαλαίων, τεχνολογίας και μάνατζμεντ. Το ξένο κεφάλαιο δεν αποτελεί πια ένα περιφερειακό στοιχείο ή κάτι που επιβάλλεται από τα έξω πάνω στις εθνικές καπιταλιστικές τάξεις. Ο νεοφιλελευθερισμός συστήνει “εσωτερικές μπουρζουαζίες” ως συστατικό στοιχείο των εθνικών μπλοκ εξουσίας. Στον νεοφιλελευθερισμό η πολιτική και οικονομική βάση της “ορθολογικής Αριστεράς” του Χόμσμπαουμ έχει εξαφανιστεί».[5] Αυτές οι εσωτερικές μπουρζουαζίες με τα ποικίλα πλοκάμια τους κυρίως στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του αστικού κράτους, στο οποίο ζούμε, (Οι Αμερικανοί και το αγγλοσαξωνικό λόμπι και οι Γερμανοί προσπαθούν να ελέγξουν κατεξοχήν τη διανόηση και τον τύπο καθώς και τα πολιτικά κόμματα) ασκούν την ιδεολογική ηγεμονία, δηλαδή ρυθμίζουν την συνείδηση των ανθρώπων, όπως την εννοούσε ο Γκράμσι: Αξίζει να την συνειδητοποιήσουμε.

Με μεγάλη σαφήνεια προσδιορίζει την έννοια της ηγεμονίας του Γκράμσι ο Λουτσιάνο Γκρούπι, ο οποίος ισχυρίζεται ότι η ηγεμονία «είναι η στιγμή της πολιτικής ηγεσίας και ταυτόχρονα και γι’ αυτόν τον λόγο, η ηγεσία στον χώρο των ιδεών, δηλαδή η πνευματική ηγεσία.

Η τάξη που κυριαρχεί μπορεί να κυριαρχεί μόνο στο βαθμό που μπορεί να ακτινοβολεί την ιδεολογία της προς όλα τα κοινωνικά στρώματα, ακόμη και προς την τάξη, που είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης και που έχει για το λόγο αυτό αντίθετα με αυτήν συμφέροντα. Αυτή ακριβώς η δυνατότητα επιρροής και ιδεολογικής αγωγής, απ’ τη μεριά της άρχουσας τάξης, είναι που έφερε σε υποδεέστερη θέση την κυριαρχούμενη τάξη. Η τάξη αυτή, υποταγμένη σε μια ιδεολογία που δεν είναι δική της, δεν κατορθώνει να εκφράσει τα δικά της ταξικά συμφέροντα με συνεκτικό τρόπο, στο επίπεδο της πολιτικής και της κουλτούρας, ούτε κατορθώνει να συνειδητοποιήσει τον ιστορικό της ρόλο».[6] Είναι σαφές ότι όποιος ελέγχει τη συνείδηση των ανθρώπων και την ιστορική του μνήμη (ιδεολογική ηγεμονία), μπορεί άνετα να ελέγξει και τους ίδιους τους ανθρώπους και τις κοινωνίες που την συναποτελούν. Η μέθοδος είναι απλή: Η ενασχόλησή μας μόνο με τα καθημερινά οικονομικά προβλήματα, που γίνεται σκόπιμα μέσω του καταναλωτικού προτύπου, για να αποπροσανατολίζουν την ελληνική κοινωνία στο σύνολό της. Το φαινόμενο αυτό μας το αναλύει ο Κοστάντσο Πρέβε, ένας σημαντικός μαρξιστής φιλόσοφος, που εξηγεί τον αποπροσανατολιστικό μηχανισμό: «Αν η ενσωμάτωση στο σύστημα των καταπιεζόμενων τάξεων μέσω της μη ιδεολογικής, αλλά ευθέως καταναλωτικής τους αποσύνθεσης, η ενσωμάτωση των στρωμάτων των διανοουμένων πρέπει να περάσει μέσω της ιδεολογίας, διότι πρόκειται γενικώς περί αρπακτικών, και επιπλέον επιφανειακών και υποτελών».[7]

Συμπληρωματικά προς αυτόν τον ορισμό θα προσθέσουμε και τον ορισμό που δίνει ο Νίκος Πουλαντζάς, ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της ηγεμονίας έτσι, όπως την διαμόρφωσε θεωρητικά ο Γκράμσι. Λέει ο Πουλαντζάς: «Γνωρίζουμε πράγματι, σε μια κάπως εκλαϊκευμένη εκδοχή του Γκράμσι, ότι η ηγεμονία δηλώνει το χαρακτηριστικό μιας τάξης, που επιτυγχάνει να επιβάλει στο σύνολο ενός κοινωνικού σχηματισμού την ιδεολογία, την κοσμοαντίληψη, τον “τρόπο ζωής”, το γούστο κ.λπ. που σχηματίστηκαν με αφετηρία την ιδιαίτερη θέση της σε αυτόν τον σχηματισμό».[8]

Πώς όμως κατάφερε η αστική τάξη που κυριαρχεί να «επιβάλει» και μάλιστα με συναινετικό τρόπο, όπως ισχυρίζεται ο Γκράμσι, την ιδεολογία της; Το ερώτημα αυτό χρήζει απάντησης. Γιατί εκ πρώτης όψεως φαίνεται ακατανόητο. Μια απάντηση μας δίνει, ανάμεσα στους άλλους μαρξιστές και ο Λένιν: «Μια αυθόρμητη εξέλιξη του εργατικού κινήματος δεν οδηγεί παρά στην καθυπόταξή του στην αστική ιδεολογία».[9] Σχετικά με την μεταπολίτευση εξηγεί το φαινόμενο πιο πειστικά ο Γιάννης Μηλιός και ο Δημήτρης Μπελαντής, της Αριστερής Πλατφόρμας του Λαφαζάνη, αναφερόμενοι στην αριστερή διανόηση της μεταπολίτευσης και στον ρόλο που έπαιξε αυτή η διανόηση στην υπηρεσία των κυρίαρχων τάξεων: Δυστυχώς ένα τμήμα της Αριστεράς που ασκεί ιδεολογική ηγεμονία και κυρίως η αυταποκαλούμενη μαρξιστική Αριστερά,[10] (που στην ουσία της παρέμεινε διαχρονικά σταλινική), όπως γράφει και ο Γιάννης Μηλιός, υπέστη ιδεολογικό μετασχηματισμό ή μεταμορφισμό, με την έννοια ότι ασπάστηκε και εφάρμοσε την αστική ιδεολογική ηγεμονία, όπως την εννοούσαν στην ουσία ο Γκράμσι και ο Λένιν.

Γράφει ο ίδιος σχετικά, ως γνώστης του φαινομένου, επιβεβαιώνοντας τις απόψεις μας:

«Στη διαδικασία ιδεολογικού μετασχηματισμού[11] που περιγράφουμε πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξε μια μεγάλη μερίδα διανοουμένων στελεχών της παραδοσιακής Αριστεράς, αρχικά της “ανανεωτικής” και στη συνέχεια και της “ορθόδοξης” πτέρυγάς της. Η πρόσβαση (ή η προσδοκώμενη πρόσβαση) στις ανώτερες θέσεις των κρατικών μηχανισμών (που για πρώτη φορά κατέστη δυνατή για το χώρο αυτό μετά απ’ τη μεταπολίτευση και ιδίως μετά απ’ την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ το 1981), αποτέλεσε τον μηχανισμό ενσωμάτωσής τους στους κοινούς τόπους της κυρίαρχης ιδεολογίας».[12] Aυτό που έκανε ο Ανδρέας Παπανδρέου με την Αριστερά και στη συνέχεια σε μεγαλύτερη κλίμακα ο Κώστας Σημίτης, χωρίς να αποκλείουμε ακόμη και αυτόν τον Κώστα Καραμανλή, τον νεότερο, ήταν – για να ερμηνεύσουμε το φαινόμενο με τη γλώσσα της ποίησης – ένα είδος φ α ο υ σ τ ι κ ή ς  σ υ ν α λ λ α γ ή ς .[13] Όλοι αυτοί απ’ την Αριστερά οι οποίοι εντάχτηκαν στο σύστημα (ενσωματώθηκαν στο σύστημα και αλλοτριώθηκαν απ΄ αυτό, λέει πιο εμφαντικά ο Γιάννης Μηλιός), στο αστικό σύστημα του παγκοσμιοποιημένου, νεοταξικού καπιταλισμού φυσικά, (δεν μιλάμε για εκείνους οι οποίοι ούτως ή άλλως ήταν ενταγμένοι, όπως ο Αντώνης Λιάκος, ο Νίκος Μουζέλης, ο Θάνος Βερέμης κ.α.), κατέληξαν στην πλειοψηφία τους να γίνουν απολογητές και διαπρύσιοι κήρυκές του.[14] Ο λόγος είναι απλός. Γιατί να τους διορίσει στα πνευματικά ιδρύματα και στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους, αν δεν το εξυπηρετούσαν; Δεν πιστεύουμε ότι ήθελαν να υπηρετήσουν τη «σοσιαλιστική κυβέρνηση» του Ανδρέα Παπανδρέου και του Κώστα Σημίτη και να καταπολεμήσουν τη συντηρητική του Κώστα Μητσοτάκη και Κώστα Καραμανλή, του νεώτερου, καθώς και του υπαρκτού, αντιλαϊκού και νεοταξικού ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου, που θέλει να δημιουργήσει μια πολυπολιτισμική και πολυεθνική Ελλάδα, σύμφωνα με τα κελεύσματα της Νέας Τάξης. Αυτήν την πολιτική στηρίζει και η Αριστερά στην πλειοψηφία της.

Η κριτική τους στο σύστημα, στο καπιταλιστικό σύστημα, εάν και εφόσον γίνεται, δεν σημαίνει απαραιτήτως και αμφισβήτηση του συστήματος. Τουναντίον. Χρησιμεύει πολλές φορές ως βαλβίδα ασφαλείας του, ως εκτόνωση μιας συγκεκριμένης κοινωνικής πίεσης. Αυτό ισχυριζόταν ο Τρότσκι όταν έλεγε: «Για δεκαετίες η αντιπολιτευόμενη κριτική δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από μια βαλβίδα ασφαλείας για τη μαζική δυσαρέσκεια, μιαν απ’ τις συνθήκες σταθερότητας της κοινωνικής δομής».[15]

Η εργασιοθεραπεία της επανάστασης, προσθέτουμε εμείς, δεν συνιστά επανάσταση.[16] Όμως η γενίκευση ασφαλώς και είναι λάθος.

Πιο αποκαλυπτικός ωστόσο είναι ένας άλλος διανοούμενος της Αριστεράς κι αυτός της Αριστερής Πλατφόρμας (τυχαίο, δεν νομίζω), ο Δημήτρης Μπελαντής,[17] Γράφει σχετικά: «Με την επικράτηση του Κ. Σημίτη στην κυβέρνηση, το κυβερνητικό κόμμα και την ελληνική κοινωνία, παρατηρήθηκε ένα καινοφανές πολιτικό φαινόμενο: η μαζική προσχώρηση της αριστερής διανόησης στο στρατόπεδο του Κ. Σημίτη και του “αριστερού εκσυγχρονισμού”. Τα επιτελεία δεν βομβαρδίστηκαν -κατά την προσφιλή έκφραση του Μάο Τσε Τουγκ – απ’ τους αριστερούς διανοούμενους, αλλά αλώθηκαν μαζικά απ’ αυτούς. Προέκυψε η συστηματική στελέχωση των υπουργείων μ’ αριστερούς ειδικούς συμβούλους, ιδίως εκ της ανανεωτικής Αριστεράς και η δημιουργία ενός αριστερού think tank γύρω απ’ την “εκσυγχρονιστική” κρατική πολιτική.

Έχουμε έτσι μία μετατόπιση των αριστερών διανοουμένων απ’ την περιφέρεια του κράτους, από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς και από τους θεσμούς οργάνωσης της συναίνεσης και της κοινωνικής αναπαραγωγής, στον σκληρό πυρήνα του κρατικού σχεδιασμού και προγραμματισμού, στην “καρδιά” του κράτους». Και σ’ ένα άλλο σημείο συμπληρώνει αποκαλυπτικά: «Η πλειοψηφική τοποθέτηση των αριστερών διανοουμένων ήταν μια τοποθέτηση αποδοχής του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας ως τεχνικής αναγκαιότητας, της θέσης της νέας μικροαστικής τάξης και των διανοουμένων μέσα σ’ αυτόν και ειδικότερα της ανάληψης από αυτούς διευθυντικών ρόλων στην αναπαραγωγή των σχέσεων εξουσίας (ιδεολογική επιβουλή, “επιστημονική” διεύθυνση της εργασιακής διαδικασίας, λειτουργίες διεύθυνσης του κεφαλαίου)».[18]

Πιο παραστατικά δεν μπορεί να περιγραφεί ο ρόλος αυτής της κατηγορίας «αριστερών» διανοούμενων, οι οποίοι είναι οι κύριοι υπαίτιοι της αναπαραγωγής των σχέσεων εξουσίας, μέσω της ιδεολογικής ηγεμονίας και κατά συνέπεια της συναίνεσης, όπως αποφαίνεται ο Γκράμσι, δηλαδή της αστικής εξουσίας που υποτίθεται ότι, λόγω της φαινομενικά αριστερής ιδεολογίας τους, θέλουν να καταπολεμήσουν, ενώ στην πράξη συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Αυτή η κατηγορία των αριστερών διανοούμενων αποτελεί «την ιδεολογική καρδιά του κράτους» του αστικού κράτους. Αντιλαμβάνεται κανείς τι σημαίνει αυτό;[19]

Αναφερόμαστε λοιπόν συγκεκριμένα σ’ αυτούς, που χαρακτηρίζουν τους μεν Έλληνες συλλήβδην «εθνικιστές, ρατσιστές, σοβινιστές, κ.λπ.» και τους θεωρούν ταξικό αντίπαλό τους, τους δε λαθρομετανάστες ταξικό σύμμαχό τους, υιοθετώντας ανερυθρίαστα όλο το ιδεολογικό και πολιτικό οπλοστάσιο του κοσμοπολιτισμού και της Νέας Τάξης, για τη δημιουργία μιας πολυπολιτισμικής, πολυεθνικής, πολυφυλετικής, πολυθρησκευτικής Ελλάδας, με ανοιχτά σύνορα.

Είναι αυτοί που προωθούν την δ ο ρ υ φ ο ρ ι ο π ο ί η σ η της Ελλάδας κάτω απ’ τον Νέο – Οθωμανισμό και γενικότερα την Νέα Τάξη που προωθεί την παγκοσμιοποίηση.

Είναι αυτοί που, για να χαρακτηρίζονται και να φέρουν το φωτοστέφανο του αριστερού, θέλουν να ταυτίσουν τον ελληνικό λαό με το κόμμα του ΛΑΟΣ και της Χρυσής Αυτής, γιατί αλλιώς δεν έχουν λόγο ύπαρξης, ως «αριστεροί». Χωρίς αντίπαλο, είναι φυσικό, δεν έχουν λόγω ύπαρξης. Και αν ακόμη δεν υπάρχει ο αντίπαλος πρέπει να κατασκευαστεί.

Είναι αυτοί οι υποκριτές, που ασκούν από θέση ισχύος και παροχών, μέσα απ’ τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του αστικού κράτους την ιδεολογική τρομοκρατία εναντίον κάθε Έλληνα πολίτη, που αντιτίθεται στο αποεθνοποιητικό έργο τους και δηλώνει π α τ ρ ι ώ τ η ς .

Είναι αυτοί που υπηρετούν το ελληνικό και το ξένο κεφάλαιο εναντίον των συμφερόντων των λαϊκών τάξεων. Είναι όλοι αυτοί που ασπάζονται τον παγκοσμιοποιημένο ιμπεριαλισμό. Γιατί παγκοσμιοποίηση σημαίνει ουσιαστικά ιμπεριαλισμό, όπως τον χαρακτηρίζει ο Τζέιμς Πέτρας: «Η ρητορική της “παγκοσμοιοποίησης” αποτελεί την κάλυψη για ένα υποκατάστατο του “διεθνισμού” απογυμνωμένου από ιμπεριαλιστικές θέσεις». Και σε ένα άλλο σημείο: «Λέγεται ότι η παγκοσμοιοποίηση –ή όπως την αποκαλούμε εμείς, ο ιμπεριαλισμός…».[20]

Είναι όλοι αυτοί που αποδυναμώνουν την κοινωνική συνοχή και εθνική ομοψυχία, για να γίνουμε ευάλωτοι στη βουλιμία του ελληνικού και του διεθνούς ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου. Για να αλωθεί η Ελλάδα, όχι μόνο από έξω, αλλά και από μέσα, με τη δημιουργία μειονοτήτων, έως ότου γίνουν αυτές πλειοψηφία και οι Έλληνες μειοψηφία στην πατρίδα τους.[21]

Είναι όλοι αυτοί που, αμειβόμενοι πλουσιοπάροχα απ’ τα ευρωπαϊκά πακέτα και απ’ τις χορηγίες των ΜΚΟ, έχουν αποδυθεί στο έργο της αποεθνοποίησης της συνείδησης της ελληνικής νεολαίας και μάλιστα στην πιο τρυφερή ηλικία (βλ. Γιώργος Παπανδρέου, Άννα Διαμαντοπούλου, Θάλεια Δραγώνα, Μαρία Φραγκουδάκη, Μαρία Ρεπούση κ.λπ).

Είναι αυτοί που στο όνομα της δήθεν ταξικής πάλης, συγχέουν σκόπιμα, από άγνοια ή από κομπλεξική ιδεολογική σύγχυση ή τέλος και από «αριστερή» ηλιθιότητα, τον διεθνισμό με τον ιμπεριαλισμό και υπηρετούν την μαύρη αντίδραση. Καμιά φορά οι θιασώτες του Μαρξισμού ανάγουν τον μαρξισμό σε παπισμό ή σε καινούργια θρησκεία και στην πράξη τον μεταβάλλουν σε ανορθολογισμό, με την έννοια ότι τον κάνουν εχθρικό σε κάθε ανεξάρτητη κριτική σκέψη, που αμφισβητεί την ηγεμονία τους, κυρίως σε θέματα φιλοσοφικά.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί στην κατεύθυνση αυτή άρθρο του μέλους του τμήματος δικαιωμάτων του ΣΥΝ, Νάσου Θεοδωρίδη, ο οποίος – πέρα απ’ τ’ άλλα «αντιεθνικιστικά» που γράφει – θέτει «ως πρώτιστο καθήκον» της Αντι – Συστημικής Αριστεράς, όπως την αποκαλεί, την «αποδόμηση της εθνικής ιδεολογίας», στην οποία περιλαμβάνει ακόμη και την εαμική Εθνική Αντίσταση, την οποία χαρακτηρίζει εθνικιστική.[22]

Όσο για το έθνος ασπάζεται την άποψη του Αντώνη Λιάκου και των άλλων «εθνομηδενιστών», που ισχυρίζονται ότι το «έθνος» είναι όχι μια φαντασιακή, αλλά μια φανταστική, τεχνητή κατασκευή, δημιούργημα του αστικού κράτους κ.λπ: «Σε αντίθεση με τα όσα λέει η χονδροκομμένη σχολική προπαγάνδα, τα «έθνη» (και άρα και το ελληνικό) δεν είναι προαιώνια και αναλλοίωτα, αλλά δημιουργήθηκαν απ’ τα κράτη για λόγους πρακτικούς, διοικητικούς και οικονομικούς, όπως π.χ. η διευκόλυνση στην εξάπλωση του εμπορίου και η δυνατότητα άσκησης στρατολογικής πολιτικής εκ μέρους του κράτους».[23]

Προς επίρρωση των ανωτέρω αλλοπρόσαλλων δηλώσεων θα παραθέσουμε τη στρατηγική της πολιτικής του Κώστα Σημίτη, ως εκφραστή της «εκσυγχρονιστικής αστικής ιδεολογίας», δηλαδή του νεοφιλελευθερισμού (της Παγκοσμιοποίησης και της Νέας Τάξης), με την οποία ταυτίστηκε και υπηρέτησε η ηγεμονική ομάδα της «Ανανεωτικής» Αριστεράς.
Παραθέτουμε τη σχετική παράγραφο κατά γράμμα:
«Η πολιτική μας είναι να ενισχύσουμε με κάθε τρόπο και με κάθε μέσο την αδιαφορία απέναντι σ’ εξελίξεις με ιδεολογικό προσανατολισμό, μια χωρίς απήχηση ελληνική χριστιανική παράδοση. Να εμποδίσουμε και ν’ αποτρέψουμε με κάθε κόστος την προσήλωση στην ιδέα του Έθνους και στη χριστιανική παράδοση, που αποδυναμώνει και εγκυμονεί κινδύνους σε μία σύγχρονη παρουσία, που πρέπει να έχει η Ελλάδα».[24]
Κι’ όμως, όπως τονίσαμε ανωτέρω, δεν πρόκειται για θέατρο του παραλόγου, αλλά για μια σκληρή και αδυσώπητη πραγματικότητα. Κατόπιν αυτού αναφύεται το ερώτημα: Πώς είναι δυνατό να πείσει μια τέτοια Αριστερά για τον σοσιαλιστικό παράδεισο που επαγγέλλεται; Και γιατί δεν καταφέρνει ν’ ανακόψει την παρακμιακή πορεία του τόπου; Δεν είναι εύλογο το ερώτημα και δεν χρήζει απαντήσεως;

Η ιδεολογική ηγεμονία προσθέτει και ο Νίκος Πουλαντζάς «υποδηλώνει το ρόλο μιας κυρίαρχης τάξης, η οποία, δια μέσου των διανοουμένων της (υπαλλήλων της ιδεολογίας)[25], κατορθώνει να κάνει αποδεκτή απ’ το σύνολο μιας κοινωνίας την ιδιαίτερη κοσμοαντίληψή της και έτσι να διοικεί δια μέσου μιας εξαρτημένης συναίνεσης μάλλον, παρά να κυριαρχεί με τη στενή έννοια του όρου».[26]

Εν κατακλείδι: Τόσο η «εκσυγχρονιστική» και Ανανεωτική Αριστερά όσο και η εκσυγχρονιστική σοσιαλφιλελεύθερη και συντηρητική Δεξιά, από διαφορετική αφετηρία, αλλά σε συγκλίνουσα πορεία, αποτελούν την εμπροσθοφυλακή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Το αστικό κράτος θα κατέρρεε (ή θ’ αποδυναμωνόταν αποφασιστικά), αν δεν είχε τα ιδεολογικά στηρίγματα, απ’ όλους εκείνους που αναφέρουν ο Μηλιός και ο Μπελαντής, οι οποίοι αποτελούν τον σκληρό ιδεολογικό πυρήνα του. Οι εκσυγχρονιστές και οι ανανεωτές απ’ τ’ αριστερά και απ’ τα δεξιά, ασκούν την ιδεολογική – πολιτισμική ηγεμονία της αστικής τάξης στην Ελλάδα, για να δημιουργήσουν την περίφημη ενεργητική συναίνεση που χρειάζεται το σύστημα για να καταπιέζει και να εκμεταλλεύεται τα λαϊκά στρώματα. Αυτό επιδιώκει η παγκοσμιοποίηση.[27]

Αλλιώς πώς να εκτιμήσει κανείς την παρακμιακή πορεία αυτού του τόπου, αν δεν συνέβαλαν όλοι αυτοί οι διανοούμενοι στην αναπαραγωγή του, κατέχοντας θέσεις κλειδιά στους ιδεολογικούς μηχανισμούς αυτού του κράτους, όπου την πραγματική εξουσία ασκούν οι διαπλεκόμενοι απ’ το παρασκήνιο της πολιτικής; Δηλαδή τα εξωθεσμικά κέντρα εντός και εκτός της Ελλάδας, ήτοι τα κέντρα του εθνικού και του διεθνούς κεφαλαίου; Πώς αλλιώς να εξηγήσουμε ότι σχεδόν καμία αντίσταση δεν προβάλλεται σ’ αυτήν την παντελή διαφθορά και την σήψη της ελληνικής κοινωνίας; Τι έπραξαν όλοι αυτοί υπέρ του χειμαζόμενου λαού, όταν λειτουργώντας στο πλαίσιο των ιδεολογικών μηχανισμών της άρχουσας τάξης (του κεφαλαίου), την διευκολύνουν να πετύχει την (ενεργητική) συναίνεση των λαϊκών στρωμάτων, εναντίον των ίδιων των συμφερόντων τους;

Για ποιον λόγο δεν κατάφεραν ν’ αναστρέψουν αυτήν την παρακμιακή πορεία;[28] Διότι απλούστατα αποτελούν τους κύριους ιδεολογικούς εκφραστές αυτής της πορείας. Αυτό πρέπει να είναι ξεκάθαρο, για να μην υπάρχει σύγχυση, ηθελημένη ή μη.

Ας εκφράσουμε τώρα τη σημερινή πραγματικότητα μ’ ένα επίκαιρο θέμα. Η πανούργα, ικανότατη, και πανέξυπνη (μεταπρατική) αστική τάξη της Ελλάδας, και όχι μόνον φυσικά, βάζει όλους τους δήθεν προοδευτικούς κι’ αριστερούς διανοουμένους, να κάνουν την βρώμικη δουλειά. Το γιατί είναι εύκολο ν’ απαντηθεί: Όλοι αυτοί μπορούν να γίνουν πιο πειστικοί είτε ως «προοδευτικοί αριστεροί» είτε ως «εκσυγχρονιστές», για να εκμαιεύσουν την απαραίτητη συναίνεση των υποτελών τάξεων, σύμφωνα και με την θέση του Μαξ Βέμπερ: «Ένα ορισμένο μίνιμουμ συναίνεσης – τουλάχιστον των κοινωνικά σημαντικών στρωμάτων – των κυριαρχούμενων τάξεων είναι προϋπόθεση της διάρκειας κάθε εξουσίας, ακόμη και της άριστα οργανωμένης».[29]

Πώς αλλιώς θα διαιωνιστεί η κυριαρχία της άρχουσας τάξης στην Ελλάδα, χωρίς ουσιαστική συναίνεση, που συνδυάζεται φυσικά και με κατασταλτικά μέτρα, όπου και όταν χρειάζονται;

Τελικά οι μηχανισμοί της οικονομίας της αγοράς, στους οποίους ενσωματώθηκε η συγκεκριμένη αριστερή διανόηση, μέσα στο πλαίσιο του μοντέλου της νεοφιλελεύθερης καταναλωτικής κοινωνίας, ασκούν την ιδεολογική ηγεμονία και κυριαρχία.

 2. Κριτήρια

3. Διαπιστώσεις

4. Προβλέψεις για το μέλλον

5. Προτάσεις

Η περίπτωση του Μπρεστ Λιτόφσκ. Έπρεπε να θέσει τους συντρόφους του προ των ευθυνών τους πριν συμφωνήσει με τους δανειστές και όχι μετά. Επίσης να τους εξηγήσει ότι ο Λένιν επέμενε για την υπογραφή της καταστροφικής συμφωνίας, αλλά ήξερε πολύ καλά ότι, αν δεν το έκανε, θα έσβηνε ίσως η επανάσταση. Με την συμφωνία κέρδισε χρόνο και ξανακέρδισε τα εδάφη που είχε χάσει σε σύντομο χρονικό διάστημα. Μια τακτική υποχώρηση είναι πολλές φορές αναγκαία για να μην χαθούν όλα. Παράδειγμα αρνητικό οι Μήλιοι. Θα σωνόντουσαν, όταν η Αθήνα θα έχανε την κυριαρχία, όπως την έχασε τελικά το 404. Προτίμησαν να εξανδραποδιστούν από τους Αθηναίους, παρά να συμβιβαστούν για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα.

Υπάρχουν παραδείγματα παραλληλισμού; Ναι, είναι η απάντηση. Εφόσον βέβαια η υποχώρηση είναι τακτικής φύσεως και όχι στρατηγικής. Δηλαδή ένας ελιγμός έως ότου αποκτήσεις πάλι τις δυνάμεις σου. Γιατί, όπως είπε ο Θουκυδίδης ισχύει στη ζωή ο νόμος της ισχύος και όχι η ισχύς του νόμου:

Οι απόψεις για το πολιτικό σύστημα της Ελλάδας και τα χαρακτηριστικά του

 Πάντοτε ισχύει η αρχή ότι για να διαμορφώσεις το μέλλον πρέπει να γνωρίζεις το παρελθόν και να διδάσκεσαι απ’ αυτό. Το βασικό ερώτημα: Τι κοινωνία θέλουμε, εξαρτάται από το όραμα για την κοινωνία αυτή, αλλά και από τις σωστές ή λανθασμένες αναλύσεις του παρελθόντος. Από κει και πέρα ισχύει συμπληρωματικά η αρχή ότι όποιος προβλέπει το μέλλον μπορεί και να το διαμορφώσει σε αναφορά προς το όραμα.

Αξίζει να παραθέσουμε δύο τοποθετήσεις ανθρώπων, οι οποίοι έχουν εκφράσει με συντομία και αυθεντικά, για να μην επεκταθούμε περεταίρω, ποια είναι η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, μετά την κατοχή και τον εμφύλιο και πώς λειτουργεί και θα λειτουργήσει στον τόπο μας το πολιτικό σύστημα μέσα στα πλαίσια του αστικού, κοινοβουλευτικού δικομματικού συστήματος, με τα ιδιαίτερά του χαρακτηριστικά, πέρα από τα γενικά που αφορούν όλα τα αντιπροσωπευτικά «δημοκρατικά» καθεστώτα της Δύσης.

Παραθέτουμε τις απόψεις του Ανδρέα Παπανδρέου και του Σάκη Καράγιωργα, που διατηρούν ακόμη και σήμερα στα βασικά τους σημεία την ισχύ και επικαιρότητά τους: «Για να καταλάβει κανείς την ιστορία της Ελλάδας μετά τον εμφύλιο πόλεμο», αναφέρει ο Ανδρέας Παπανδρέου στις 29.9.1973 σ’ ένα σεμινάριο του ΠΑΚ [30] «πρέπει να έχει υπόψη του ότι η πολιτική ζωή της χώρας ελεγχόταν συστηματικά, όταν δεν διευθύνονταν, από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η συνταγή της Ουάσιγκτον για την Ελλάδα ήταν απλή: Άμεση διείσδυση στον ελληνικό κρατικό μηχανισμό, σ’ όλη την έκταση και σ’ όσο το βάθος μέχρι το παλάτι. Πλήρης υποστήριξη ενός προσαρτημένου, εξαρτημένου πολιτικού κόμματος, του κόμματος της δεξιάς, που έπρεπε να κερδίζει σ’ όλες τις εκλογές, ανεξάρτητα από ποια μέσα θα χρησιμοποιούσε για το σκοπό αυτό. Ανάπτυξη ενός αστικού κόμματος αντιπολίτευσης, που σκοπός του θα ήταν να ασκεί “δημιουργική” κριτική της πολιτικής της κυβέρνησης της δεξιάς, ένα ρόλο που προόριζαν για το κόμμα της Ένωσης Κέντρου. Τελικά εξαφάνιση κάθε κόμματος της Αριστεράς».[31]

Από την τότε τοποθέτηση του Ανδρέα Παπανδρέου, για να κάνουμε μόνο μερικά σύντομα σχόλια, το παλάτι πια δεν υπάρχει, αλλά αντικαταστάθηκε από τα λεγόμενα τζάκια. Το προσαρτημένο, εξαρτημένο πολιτικό κόμμα ασφαλώς αφορά την Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ και τις παραφυάδες τους, δηλαδή το κόμμα του γιού του, το Ποτάμι κ.λπ. Για την «εξαφάνιση κάθε κόμματος της Αριστεράς» είναι νωρίς ακόμη να αποφανθούμε. Το μέλλον θα δείξει!

Ο Σάκης Καράγιωργας, ο άνθρωπος, ο δάσκαλος, ο αγωνιστής, ένας πατριώτης με καθαρό από στερεότυπα, ιδεοληψίες και δογματισμούς ανυστερόβουλο μυαλό και διαμαντένιο χαρακτήρα (αυτό έχει τεράστια σημασία), είναι πιο συγκεκριμένος στα θέματα αυτά, γιατί έχει τις πρώτες δυσάρεστες εμπειρίες από την αρνητική εξέλιξη του ΠΑΣΟΚ. Αποτιμώντας τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα, μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση το 1981 και τον άκρατο ενθουσιασμό για την «αλλαγή», όπως λεγόταν τότε η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, παλεύοντας θαρραλέα ενάντια στο λαϊκιστικό ρεύμα, αποφαίνεται τα ακόλουθα: «Τα κέντρα εξουσίας προετοίμασαν μια πολιτική διάρθρωση του εξής τύπου: Δύο αστικά κόμματα, που να έχουν βασικό στρατηγικό σκοπό τη διαχείριση της καπιταλιστικής ανάπτυξης και κυρίως τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής αστικής κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα. Αυτά τα κόμματα θα εναλλάσσονταν στην εξουσία. Γιατί δύο κόμματα; Γιατί κάθε εκσυγχρονισμός έχει ένα κόστος που πέφτει στις πλάτες κάποιας κοινωνικής ομάδας. Αυτή την κοινωνική δυσαρέσκεια θα την απορροφά μια το ένα μια το άλλο».[32] Ο Σάκης Καράγιωργας, με τον όρο «αστικά κόμματα» είχε παράδειγμα το ΠΑΣΟΚ και την Νέα Δημοκρατία. Στον όρο «εκσυγχρονισμός» έδινε θετικό πρόσημο, όπως και πράγματι είναι. Όμως ο «εκσυγχρονισμός» που εφαρμόστηκε, κυρίως από την κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη, κάθε άλλο παρά εκσυγχρονισμός ήταν. Μάλλον θα τον αποκαλούσαμε «καταστροφικό αναχρονισμό», όπως πάλι το απέδειξε η πράξη. Για τις μετέπειτα κυβερνήσεις, (μετασημιτικές), ας μην κάνουμε καλύτερα λόγο και ξύνουμε πρόσφατες πληγές!

Παρεμπιπτόντως πολλοί μιλούν για το τέλος του δικομματισμού. Αυτοί φυσικά πλανώνται πλάνην οικτράν, γιατί, στα πλαίσια του κοινοβουλευτικού δικομματικού συστήματος, εκείνο που μπορεί να κάνει κάποιο προοδευτικό κόμμα, για να μη μιλήσουμε για ριζοσπαστικό ή επαναστατικό, είναι το πολύ ο εκσυγχρονισμός, με την έννοια των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων και διαρθρωτικών αλλαγών σ’ όλα τα επίπεδα.[33] Κάτι που οφείλει να επιχειρήσει η σημερινή συγκυβέρνηση, για να υπάρξει παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας σ’ όλα τα επίπεδα: ηθικά, πνευματικά, πολιτικά και όχι μόνο οικονομικά. Χωρίς αλλαγή νοοτροπίας προς μια αναπτυξιακή κατεύθυνση, αλλά παραμονή στο παρασιτικό καταναλωτικό μοντέλο του παρελθόντος που μας οδήγησε στην διαφθορά και την κρίση, δεν μπορεί να υπάρξει προκοπή σ’ αυτόν τον κατά τα άλλα ευλογημένο από την φύση τόπο.

 ΙΙΙ. Υπάρχει αλλαγή στο πολιτικό σύστημα της Ελλάδας;

 Τι έχει αλλάξει από τότε, που ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Σάκης Καράγιωργας διατύπωναν αυτές τις σκέψεις και τι παραμένει, με μικρές ή μεγάλες παραλλαγές σήμερα επίκαιρο από την αλήθεια αυτή, εκφρασμένη με τόσο σκληρό κυνισμό για την εποχή εκείνη;

Βρισκόμαστε και σήμερα σε μια αντίστοιχη κατάσταση ή υπάρχει διαφοροποίηση; Έχει τεράστια σημασία η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα, γιατί μπορούν να ερμηνεύσουν τόσο την κατανόηση της πραγματικής πολιτικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται η Ελλάδα, όσο και την πολιτική εξέλιξη, η οποία μας περιμένει στο μέλλον. Αλλιώς δεν μπορούμε ούτε το μέλλον να προβλέψουμε, μα ούτε και να το σχεδιάσουμε, πολλώ μάλλον να το υλοποιήσουμε, σύμφωνα με τα οράματα και τις αρχές μας.

Παρενθετικά θα τονίσω και θα κάνω την επισήμανση ότι η Ελλάδα βρίσκεται στην σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ, που διαδέχτηκαν την Μεγάλη Βρετανία και μάλιστα ως ζωτικός χώρος της Δύσης και κυρίως φυσικά των ΗΠΑ στον χώρο της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Μια πραγματικότητα που δεν ήθελε να αποδεχτεί το ΚΚΕ και οδηγηθήκαμε στον καταστροφικό εμφύλιο, του οποίου τις συνέπειες βιώνουμε και σήμερα ακόμη και, άμα δεν το λάβουμε σοβαρά υπόψη μας, μπορεί να οδηγηθούμε σε μια νέα καταστροφή. Στο γεωστρατηγικό και γεωπολιτικό τομέα δεν μπορούμε να παίζουμε παιχνίδια ελαφρά τη καρδία.

Πιστεύω ότι σταδιακά, όπως έγινε και με την πρώην Γιουγκοσλαβία, οι ΗΠΑ θα παραμερίσουν την Γερμανία ή θα της αφήσουν εν μέρει ένα τομέα δράσης, τον οικονομικό πιθανόν και δεν γνωρίζουμε για πόσο χρονικό διάστημα, αλλά τα θέματα, που άπτονται της γεωπολιτικής και γεωστρατηγικής σημασίας, θα τα ελέγχει η Αμερική και δεν θα τα αφήσει για χειρισμό στην διακριτική ευχέρεια της Γερμανίας. Φυσικά όσο χρονικό διάστημα θα έχει την ισχύ που έχει μέσα στον πολυπολικό κόσμο, που έχει ήδη δημιουργηθεί.

Στο δεύτερο και καίριο ζήτημα του δικομματισμού δεν υπάρχει, κατά την άποψή μου, «απολύτως» καμία αμφιβολία. Το δικομματικό σύστημα θα είναι ο κυρίαρχος στην πολιτική αρένα. Θα συνεχιστεί και στην Ελλάδα, όπως συμβαίνει παντού στη Δύση και σε όλον τον αστικό κόσμο, όπου λειτουργεί, με τον τρόπο που λειτουργεί και όσο λειτουργεί η αντιπροσωπευτική κοινοβουλευτική δημοκρατία και όπως χαρακτηριστικά λειτούργησε και στην Ελλάδα μετά τη μεταπολίτευση: Ένα κόμμα «δεξιό» και ένα κόμμα «προοδευτικό», λίγο ως πολύ, όπως το περιγράφει ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Σάκης Καράγιωργας, ριζοσπαστικό ή μη, αλλά πάντοτε στα πλαίσια του αστικού κοινοβουλευτικού συστήματος. Στην περίπτωση αυτή δεν έχει φυσικά σημασία ο συνασπισμός κομμάτων από την μια ή την άλλη πλευρά. Σημασία έχει ότι θα εναλλάσσονται στην κυβέρνηση. «Επανάσταση» μάλλον δεν προβλέπεται για το προσεχές και απώτερο μέλλον, δηλαδή ριζική αλλαγή των δομών του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτό δεν αποτελεί ηττοπάθεια ούτε αποδοχή αυτού του συστήματος, αλλά διάγνωση για σωστή «θεραπευτική αγωγή», δηλαδή για την εξαγωγή σωστών συμπερασμάτων και την εφαρμογή προοδευτικών εναλλακτικών προτάσεων. Πριν προχωρήσουμε στις εναλλακτικές αυτές λύσεις απαραίτητη είναι μια αναφορά στο κομματικό σύστημα, που επεκράτησε κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης.

Σε μια συνέντευξή του[34] ο Πορτογάλος κομμουνιστής νομπελίστας Ζοζέ Σαραμάγκου εκφράζει αφενός την αναντιστοιχία της θεωρίας προς την αντικειμενική πραγματικότητα και αφετέρου την αδυναμία της να ανταποκριθεί στις νέες προκλήσεις: Η αριστερά «πίστευε ότι θα κερδίσει τη μάχη στο παρόν με τα όπλα του παρελθόντος. Καθώς η θεωρία δεν ανανεώθηκε, η πρακτική έγινε ένα μπερδεμένο κουβάρι. Τα υπόλοιπα τ’ ανέλαβε ο ρεαλισμός και η ουτοπία αποτελειώθηκε απ’ τον οπορτουνισμό».[35]

Αλήθειες, που πονούν, αλλά που αποτυπώνουν την πραγματικότητα και ο κάθε «αριστερός» τις αποκρύπτει στο υποσυνείδητο, γιατί δεν έχει το σθένος και το θάρρος να κάνει, μέσω της κριτικής και αυτοκριτικής σκέψης, την υπέρβασή του και μ’ αυτήν την υπέρβαση, τη ριζική δομική αλλαγή, δηλαδή την επανάσταση. Ο Σαραμάγκου από δική του πλευρά επιβεβαιώνει με λίγα λόγια την αλήθεια που αναλύσαμε πιο πάνω.

Tο δεύτερο αναφέρεται στην πατριωτική Αριστερά. Η Αριστερά ή θα είναι πατριωτική ή δεν θα υπάρξει, κατά το «Ένα είναι βέβαιο: Ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει» που είπε κάποτε ο Νίκος Πουλαντζάς.[36] Ο λόγος είναι απλός. Μόνο η πατριωτική Αριστερά τίθεται αντιμέτωπη με την παγκοσμιοποίηση και την Νέα Τάξη, μπαίνοντας φραγμός στην κατάλυση του έθνους – κράτους, που επιδιώκει η παγκοσμιοποίηση, ενώ η ανανεωτική και παραδοσιακή ταυτίζεται μαζί της. Εξαιρέσεις, όπως πάντα, επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Το παράξενο είναι ότι υπάρχει σε πολλά σημεία ταύτιση ανάμεσα στα κόμματα που εκφράζουν το κεφάλαιο και την Αριστερά εν μέρει ή στο σύνολό της. Το γεγονός αυτό φαίνεται ανεξήγητο εκ πρώτης όψεως, αλλά στην ουσία του δεν είναι. Έχει σχέση με τις αντιφάσεις της μαρξιστικής θεωρίας και την ερμηνεία, που δίνουν οι αυτοαποκαλούμενοι μαρξιστές στη θεωρία αυτή, που όπως είπαμε δεν είναι ενιαία. Αυτό δεν αποτελεί ψόγο για τον Μαρξ, εκτός αν ασπαστούμε την άποψη ότι ο Μαρξ ήταν αλάνθαστος. Τότε δεν μιλάμε πια για επιστήμη, αλλά για δόγμα ή θρησκεία.

Η μόνη διέξοδος της Αριστεράς, αν δεν θέλει να ομφαλοσκοπεί, είναι ν’ αποκτήσει την πολιτισμική ηγεμονία (την υπεροχή των ιδεών), απέναντι στην αστική ιδεολογία, δηλαδή την ιδεολογία του κεφαλαίου και αυτό θα καταστεί δυνατό μόνον, όταν τ ο

ε θ ν ι κ ό   σ υ ν δ υ α σ τ ε ί   μ ε   τ ο κ ο ι ν ω ν ι κ ό,

γιατί όπως είπε κάποτε και ο Αλτουσέρ «η ιδεολογική πάλη είναι οργανικό τμήμα της ταξικής πάλης».[37] Θα έλεγα για την ακρίβεια – αυτό βγαίνει ως δίδαγμα από την θεωρία για την ιδεολογική ηγεμονία που επεξεργάστηκε ο Γκράμσι – ότι η ιδεολογική -πολιτισμική πάλη δεν είναι μέρος, αλλά προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ της ταξικής πάλης. Τέλος αυτή η πολιτισμική κληρονομιά, που αποτελεί το βασικό συστατικό στοιχείο του έθνους – κράτους, είναι μέρος της εθνικής κληρονομιάς, με τις ανθρώπινες και πανανθρώπινες αξίες, τις οικουμενικές αξίες, που περικλείει στους κόλπους της.

Γι’ αυτό και ο μαρξιστής φιλόσοφος Κοστάντσο Πρέβε αποφαίνεται με βεβαιότητα, που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί, όταν μιλάει για την δεινή θέση της Ελλάδας: «Δεν υπάρχει κατά την άποψή μου Δεξιά και Αριστερά. Τώρα υπάρχει ένα πρόβλημα της Ελλάδας ως έθνους, όχι μόνο του ελληνικού λαού».[38] Μια τέτοια άποψη ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αν λάβουμε υπόψη μας ότι η κοινωνική Αριστερά αποτελεί την πλειοψηφία του πληθυσμού και βρίσκεται σε όλους τους πολιτικούς χώρους.

Απλώς δεν υπάρχει ανταπόκριση και ταύτιση της πολιτικής Αριστεράς με την κοινωνική Αριστερά. Κι’ εδώ εντοπίζεται το πραγματικό πρόβλημα.

Είναι άραγε τυχαίο το γεγονός ότι ο Στάλιν κήρυξε κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τον «πατριωτικό πόλεμο» και κανέναν ταξικό; Δεν είναι καθόλου τυχαίο, γιατί αν δεν το έπραττε η Σοβιετική Ένωση, πολύ πιθανόν από τότε θα είχε καταρρεύσει. Ποιο προλεταριάτο θα στρατεύονταν για την «ταξική πάλη;», τη στιγμή που εκατοντάδες χιλιάδες είχαν ταχθεί με τις στρατιές του Χίτλερ, που τον θεωρούσαν μάλιστα και ελευθερωτή από την κομμουνιστή καταπίεση; Αυτή η πραγματικότητα δεν πολυακούγεται για ευνόητους λόγους. Η απάντηση η δική μου: Κανένα. Οι Σοβιετικοί πολέμησαν για την πατρίδα και νίκησαν.

Για μερικούς «αμετανόητους αριστερούς» οι Σοβιετικοί τότε ίσως κακώς πολέμησαν για την πατρίδας τους, εναντίον του ναζισμού, όπως και οι Έλληνες φυσικά.

Συμπερασματικά θα τονίσω ότι η κατάργηση του έθνους – κράτους και των εθνικών συνόρων που προπαγανδίζουν «αριστεροί πολυπολιτισμικοί» κύκλοι, και που ταυτίζεται απόλυτα με την πολιτική της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, αποτελεί την πλήρη προσαρμογή στη στρατηγική της παγκοσμιοποιημένης αγοράς, που πρώτιστη επιδίωξή της είναι η εξυπηρέτηση των γεωστρατηγικών της συμφερόντων σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων και την μετατροπή τους σε άβουλους καταναλωτές στη συνέχεια.

Και ένα τελευταίο: Στην ερώτηση στον Κονστάντσο Πρέβε, ποιο ρόλο μπορεί να διαδραματίσει η σημερινή Αριστερά, έδωσε την εξής απάντηση στην ίδια συνέντευξη:

«Κατά την άποψή μου η Αριστερά τώρα δεν μπορεί να μιλάει για κομμουνισμό, για επανάσταση. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει τώρα προοπτική επανάστασης και κομμουνισμού. Υπάρχει μόνο προοπτική, ίσως, εθνικής απελευθέρωσης. όπως και στην περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου Όπως όταν η Ελλάδα έλεγε όχι στον Μουσολίνι, και τώρα η Ελλάδα θα πρέπει να αντισταθεί».[39]

Όμως αγώνα για εθνική απελευθέρωση, για την οποία μιλάει ο ιταλός μαρξιστής, μπορεί να κάνει μόνο μια πατριωτική Αριστερά. Ο λόγος είναι ότι αυτή συνδέει το εθνικό στοιχείο (αγώνας για εθνική απελευθέρωση) με τον κοινωνικό (ταξική πάλη, κοινωνική απελευθέρωση). ένα καθήκον, το οποίο αρνείται κατηγορηματικά η Αριστερά που ομνύει μόνο στην ταξική πάλη και θεωρεί τα εθνικά θέματα ως ανύπαρκτα.

Συμπέρασμα: Για την εθνική απελευθέρωση από την σημερινή πολύπλευρη κατοχή, (που δεν είναι μόνο οικονομική), η εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση είναι η συγκρότηση και δράση ενός γνήσιου πατριωτικού κινήματος σ’ ένα πανεθνικό, παλλαϊκό μέτωπο, περίπου αναλογικά, στο πρότυπο μιας μοντέρνας ΕΔΑ, αλλά με αιχμή του δόρατος τη χαμένη πολιτισμική της ηγεμονία, την οποία πρέπει να ανακτήσει και εκσυγχρονίσει, απέναντι στην τωρινή ηγεμονία της άρχουσας αστικής τάξης. Γιατί το πρόβλημα της κρίσης δεν είναι πρωταρχικά οικονομικό και πολιτικό, όπως πιο πάνω αναδείξαμε, αλλά κυρίως πολιτισμικό.

Η δυσκολία έγκειται στη συνειδητοποίηση αυτής της πραγματικότητας, στην αλλαγή της νοοτροπίας, δηλαδή στην αποκατάσταση των πνευματικών και ηθικών αρχών και αξιών του έθνους, (πολιτισμική ηγεμονία) και στη δράση. Είναι πρωταρχικά ζήτημα αγωγής. Στο κεντρικό αυτό σημείο παίζει ο πολιτισμός ενός λαού καθοριστική σημασία. γιατί αποτελεί βασικά την στρατηγική του, που επηρεάζει αποφασιστικά τους πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες,

Στρατηγική που απαξιώνει η Αριστερά στην πλειοψηφία της, εμμένοντας σταθερά σε έναν απαρχαιωμένο κα ξεπερασμένο οικονομισμό, γι’ αυτό και παραμένει στο περιθώριο των πολιτικών εξελίξεων, απλώς αντιδρώντας στις πρωτοβουλίες του αστικού μπλοκ εξουσίας εντός και εκτός Ελλάδας και της δικής του ηγεμονικής πρωτοκαθεδρίας και στην πράξη (ακόμη και στη θεωρία) συντάσσεται μαζί του, θέλοντας και τα δυο να καταστρέψουν το έθνος – κράτος και ό,τι αυτό σημαίνει.

Μιλώντας μάλιστα για την αριστερή διανόηση, που διακηρύττει ότι δεν υπάρχει στην κοινωνία τίποτε άλλο εκτός από την ταξική πάλη, μπορούμε κάλλιστα να μιλήσουμε για την διανόηση της παρακμής.

Αν θέλουμε να αναζητήσουμε τις αιτίες της και να ανακαλύψουμε τη μαύρη τρύπα της Αριστεράς στην Ελλάδα, θα πρέπει να πάμε πίσω στην εποχή της Φεντερασιόν, που αφορά ουσιαστικά την κοσμοαντίληψη της Σοσιαλδημοκρατίας, που για τα Βαλκάνια δεν θα μπορούσε να έχει, λόγω επιβολής της γερμανικής πρωτοκαθεδρίας, έντονη πρόσδεση στις γεωπολιτικές ανάγκες των Γερμανών.

Για διαφορετικούς, σλαβικούς λόγους αυτή την φορά, η Γ΄ Διεθνής δεν είχε λιγότερο αρνητική επίδραση και εν τοις πράγμασι υπέταξε από την πρώτη στιγμή το νεογέννητο ελληνικό τμήμα της (ΣΕΚΕ-ΚΚΕ) στους παραδοσιακούς πανσλαβικούς σχεδιασμούς. Ήταν με μια λέξη ξενόδουλη.

Το βάρος αυτών των πραγματικοτήτων είχε τεράστια επίδραση πάνω στα πρώτα βήματα του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος και ουσιαστικά, αν δεν υπήρχε η παρέκβαση του ΕΑΜ και της ΕΔΑ, με τα εθνικοαπελευθερωτικά -πατριωτικά της χαρακτηριστικά, το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα δεν θα είχε καταφέρει να αποκτήσει ένα προνομιακό πεδίο προπαγανδιστικής υπεροχής, γιατί θα είχε ταυτιστεί απόλυτα με την πανσλαβιστική πολιτική των κομμουνιστικών κομμάτων της Γ΄ Διεθνούς, με τα καταστρεπτικά αποτελέσματα που γνωρίζουμε, για το «Μακεδονικό» και άλλα κρίσιμα εθνικά θέματα.

Επιπροσθέτως η άκριτη, έως δογματική λατρεία του Μαρξ στην Ελλάδα και κατ’ ακολουθία και του Ένγκελς, δεν έχει επιτρέψει να διαβαστούν κριτικά όχι μόνον οι θεωρητικές τους θέσεις, αλλά και οι συγκεκριμένες απαράδεκτες θέσεις τους για τα Βαλκάνια, αλλά και για μία σειρά από θέματα που αφορούν ιστορικούς λαούς, όπως ο ελληνικός, αλλά και λαούς του τρίτου κόσμου, όπως οι τοποθετήσεις τους για τους πολέμους του οπίου, την Ινδία, τον Μπολιβάρ κ.λπ.
Η υπόθεση της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, άρα και της ελληνικής, πρέπει να επανεξεταστεί όχι πάνω στην βάση της Σοσιαλδημοκρατικής-Κομμουνιστικής παράδοσης, άλλα στην βάση μιας αναγέννησης των ρευμάτων που τσακίστηκαν από την καταστολή που ακολούθησε την Κομμούνα των Παρισίων. Έτσι εξηγείται η παθογένειά της που την κρατά δέσμια σε μια ξένη παράδοση που ήταν εξαρχής σε λάθος κατεύθυνση.

Αν υπάρχει προοπτική αναγέννησης, αυτή πρέπει να βασίζεται σε μια καθαρά ελληνική παράδοση, που τα πρώτα της απελευθερωτικά βήματα οφείλουμε να τα αναζητήσουμε στο ΕΑΜ και στην ΕΔΑ.

Δεν υπήρξε στην Ελλάδα μια αυτόχθονη, ανεξάρτητη ιδεολογία, που βασισμένη στον ελληνικό οικουμενικό πολιτισμό και εμπλουτισμένη από τα προοδευτικά ρεύματα ανά την υφήλιο, να δημιουργήσει μια ιδεολογία και πολιτισμική ηγεμονία που να ανταποκρίνεται στις απελευθερωτικές ανάγκες της ελληνική κοινωνίας.

 [1] Παναγιώτης Κονδύλης, Από τον 20ο στον 21ο αιώνα, εκδ. «Θεμέλιο», Αθήνα 1998, σ. 182.

[2] Θουκυδίδου, Ιστορία Ε΄ (89-91). Το ανωτέρω χωρίο αναφέρεται από του Αθηναίους εναντίον των κατοίκων της Μήλου. Εκεί αναφέρεται και κάτι ακόμη παρεμφερές, που τείνει να έχει απόλυτη ισχύ, όπως ισχυρίζονταν οι Αθηναίοι: «Απ’ ό,τι μπορεί κανείς να εικάσει για τους θεούς και απ’ ό,τι είναι βέβαιο για τους ανθρώπους, πιστεύουμε ότι και οι θεοί και οι άνθρωποι ακολουθούν πάντα έναν απόλυτο νόμο της φύσης, να επιβάλουν πάντα την εξουσία τους, αν έχουν τη δύναμη να το επιτύχουν». (Θουκυδίδου, Ιστορία Ε΄ (103-105).

[3][3] Αυτό που ομολογεί με τόση ειλικρίνεια ο Καραμπελιάς το ομολογούν και μεγάλες προσωπικότητες του αριστερού κινήματος, όπως π.χ. ο Παλμίρο Τολιάττι, διώκτης του Γκράμσι, που πέρασε όλα τα στάδια του σταλινισμού, αποφάνθηκε στο τέλος της ζωής του (βασικά μετά την αποσταλινοποίηση), αναγνωρίζοντας τα τραγικά και εγκληματικά του λάθη, με τρόπο σαφή και αδιαμφισβήτητο: «Πρέπει να ξαναμάθουμε το πώς γίνεται μια κανονική, δημοκρατική ζωή, δηλαδή να ξαναμάθουμε ν’ χουμε προσωπική πρωτοβουλία τόσο στην θεωρία όσο και στην πράξη. Να ξαναμάθουμε να επιζητούμε την συζήτηση. Να ξαναμάθουμε να ανεχόμαστε τα λάθη, γιατί η ανοχή είναι αναγκαία, για να βρούμε την αλήθεια. Να ξαναμάθουμε την ανεξαρτησία του χαρακτήρα και την ανεξαρτησία της κρίσηςa». Βλ. Παλμίρο Τολιάττι, άρθρο στην Humanite, 3.7.1956. Το ίδιο ομολογεί και ο παλαίμαχος κομμουνιστής ηγέτης, ένας άλλος σταλινικός κομμουνιστής στο τέλος κι αυτός της ζωής του: «Έλεγα στον εαυτό μου: Πρέπει να ξαναδούμε τα πάντα, ακόμη και τα “ιερά κείμενα”» Βλ. Συνέντευξη στο περιοδικόEssere Communisti, αναδημοσιευμένη στην εφημ. «Η εποχή», 1.11.2009. Ο κατάλογος θα ήταν μακρύς, αν αναφέραμε και άλλες σταλινικές προσωπικότητες, που ανένηψαν στο τέλος της ζωής τους, μετέχοντας ωστόσο σε όλες τις σταλινικές θηριωδίες. Εδώ όμως ανακύπτει ένα βασικό ερώτημα: Πώς μπορώ να εμπιστευτώ τις απόψεις ανθρώπων, που μια ζωή ζούσαν στο ψέμα και την απάτη και ξαφνικά στο τέλος της ζωής τους είδαν το «φως το αληθινόν»; Όμως κάτι είναι κι αυτό, γιατί άλλοι, όντες και παραμένοντες σταλινικοί, είναι και μετά «θάνατον» αμετανόητοι. Αλλά αυτά τα θέματα δεν είναι της παρούσης για ανάλυση. Παρεμπιπτόντως όταν ακούω για Κνίτες, παλιούς και νέους, αρχίζω να αμφιβάλω για την ιδεολογία τους, γιατί οι περισσότεροι είναι αποκυήματα εσωκομματικών μηχανισμών ισχύος. Οι περισσότεροι, για τους παρεπιδημούντες την Ιερουσαλήμ, είναι γνωστοί και μη εξαιρετέοι.

[4] Προς τιμήν του ο Καραμπελιάς δεν είναι σταλινικός, με την έννοια που αφορά τους άλλους, άλλα αντιεξουσιαστής, βέβαια υπάρχουν κάποια σταλινικά κατάλοιπα: Η κατοχή της απόλυτης αλήθειας, η διαχείριση της «ιστορικής νομοτέλειας» κ.λπ.

[5] Γκρέγκορυ Άλμπο, «Ο νεοφιλελευθερισμός και η Αριστερά», άρθρο στο «Εντός Εποχής» της εφημ. «Εποχή», 24.2.2008.

[6] Λουτσιάνο Γκρούπι, Εισαγωγή στο βιβλίο: Αντόνιο Γκράμσι. Οι διανοούμενοι, τόμ. Α΄, εκδ. «Στοχαστής», τόμ. Α΄., Αθήνα 1972, σ. 41. Βλ. και Δαμιανός Βασιλειάδης, ο Μαρξ, ο Λένιν, ο Γκράμσι…, ό.π., σ. 66 – 82.

[7] Βλ. Κοστάντσο Πρέβε, Κριτική ιστορία του μαρξισμού, εκδ. «ΚΨΜ», Αθήνα, 2010, σ. 197.

[8] βλ. Νίκος Πουλαντζάς, Κείμενα, Μαρξισμός, Δίκαιο, Κράτος, εκδ. «νήσος/Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, Αθήνα 2009, σ. 133.

[9] Βλ. Λένιν, Τι να κάνουμε, στον Λένιν άπαντα. σ. 388.

[10] Εμείς δεν θεωρούμε τον εαυτό μας «μαρξιστή», ούτε αποτελεί για μας τίτλο τιμής ο όρος αυτός. Έχει μεγάλη διαφορά το ένα απ’ το άλλο, επειδή οι πρώτοι «ρέπουν» (και διατρέχουν τον κίνδυνο) προς την ιδεολογική θεώρηση της επιστήμης, ενώ οι δεύτεροι προτάσσουν της ιδεολογίας την επιστημονική δεοντολογία. Βέβαια όλα αυτά χρειάζονται, για να είμαστε «απόλυτα» ειλικρινείς και αντικειμενικοί, αλλά και κατοχυρωμένοι από αυθαιρεσίες το: Όπερ έδει δείξε!

[11] Ο Μηλιός αναφέρεται στον μαζικό διορισμό σε θέσεις και αξιώματα του κρατικού μηχανισμού «αριστερών» διανοουμένων απ’ τον Ανδρέα Παπανδρέου, για να πετύχει τον συμβιβασμό και τον προσεταιρισμό τους στον αστικό «εκσυγχρονισμό». Μια τέχνη που ο Ανδρέας Παπανδρέου κατείχε άριστα και την εφάρμοσε με επιτυχία και ο διάδοχός του, ο Κώστας Σημίτης.

Όλοι αυτοί από την Αριστερά και το κέντρο, αλλά και από όλες τις πολιτικές παρατάξεις, που ευνοήθηκαν από τον Ανδρέα Παπανδρέου ποικιλοτρόπως, είτε με διορισμούς σε θέσεις είτε σε οργανισμούς, είτε κάπου αλλού, άσχετα αν το άξιζαν ή όχι, είναι δύσκολο να ασκήσουν κριτική στον ίδιο.

Πρέπει να κάνει κανείς μεγάλη υπέρβαση και αυτοκριτική για να μπορέσει να ασκήσει στη συνέχεια κριτική στον Ανδρέα Παπανδρέου, που τους χρησιμοποίησε, απλώς για να λεηλατεί με την μεγαλύτερη δυνατή ευκολία τις ψήφους τους, για να τον εκλέγουν, αυτοί και το περιβάλλον τους.

Αυτός είναι ο λόγος που πολλοί έντιμοι κατά τα άλλα αγωνιστές, δεν τολμούν να μιλήσουν και να κάνουν κριτική στον Ανδρέα Παπανδρέου και περιορίζονται μόνο στην μετά Σημίτη εποχή. Όσο θα συμβαίνει αυτό, η Ελλάδα δεν πρόκειται να βγει από την κρίση, γιατί η κρίση είναι πρωταρχικά ηθική και πολιτική.

[12] Βλ,, Γιάννης Μηλιός, Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων, εκδ. «Εναλλακτικές εκδόσεις», Αθήνα 1999, σ. 154. Βλ. σχετικά για το ίδιο θέμα και τη μελέτη μας: «Διεθνισμός και Παγκοσμιοποίηση» αναρτημένο στο ιστολόγιο: www.damonpontos.gr.

[13] Μας έκανε αλγεινή εντύπωση και μας δημιούργησε τραυματική εμπειρία η διαπίστωση, ότι ακόμη και καπετάνιοι του Ε.Λ.Α.Σ εκλιπαρούσαν παράγοντες του ΠΑΣΟΚ, που κατείχαν κάποια κατώτερα πόστα, για να διοριστούν σε μια θέση προέδρου κάποιου οργανισμού ή να τακτοποιήσουν τα παιδιά τους ή ν’ αξιοποιηθούν οι ίδιοι κάπου στον κρατικό μηχανισμό, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στη «σοσιαλιστική αλλαγή», τη στιγμή κατά την οποία ο Ανδρέας Παπανδρέου διέγραφε κατά χιλιάδες τους άξιους αγωνιστές του ΠΑΚ και του ΠΑΣΟΚ, διορίζοντας τυχοδιώκτες και καιροσκόπους, που τους διέκρινε μόνον η ιδιοτέλεια. (Αυτό εξηγείται φυσικά κι’ απ’ την έλλειψη δημοκρατικής παράδοσης στα αριστερά κόμματα. Για την πολιτική κουλτούρα με την οποία είχαν διαμορφωθεί στα πλαίσια του Σταλινισμού, η προσωποπαγής και αυταρχική δομή του ΠΑΣΟΚ, κάτω από ένα αρχηγό – αφέντη, δεν έπαιζε κανένα ρόλο). Επί Σημίτη μάλιστα (χωρίς να είναι άμοιρος κι’ ο Γιώργος Παπανδρέου) διορίστηκαν κατά εκατοντάδες στα πανεπιστήμια (κυρίως ιστορικοί), ενάντιοι στο έθνος –κράτος, δηλαδή ορκισμένοι κοσμοπολίτες, αποδομητές της εθνικής συνείδησης, της ιστορικής μνήμης και της εθνικής κληρονομιάς.

Πολλοί μας κατηγορούν, όταν αναφερόμαστε σε συγκεκριμένα άτομα και στις ιδέες τους. Η άποψή μας είναι ότι τα ιστορικά υποκείμενα αποτελούν πάντοτε φορείς μιας συγκεκριμένης ιδεολογίας, την οποία εκφράζουν. Η κριτική λοιπόν γίνεται στην ιδεολογία και στην θεωρία, την οποία διακηρύττουν και για την οποία οι ίδιοι είναι πολλές φορές υπερήφανοι. Η ανωνυμία δεν έχει κανένα νόημα και είναι επικίνδυνη, γιατί εύκολα μπορούν τα άτομα αυτά να μεταμφιεστούν από αντιδραστικά σε προοδευτικά, ανάλογα με τις περιστάσεις. Πολλές φορές εξάλλου ο όρος π.χ. «αποδομητές του έθνους –κράτους» αποτελεί γι’ αυτούς τίτλο τιμής. Η λέξη «πατριωτισμός» και όχι εθνοκεντρισμός, είναι απεναντίας τίτλος τιμής για μας. Πρόκειται γι’ αντιλήψεις που βρίσκονται σε μια συγκρουσιακή σχέση.

Για μας ισχύει αυτό που διακηρύττει με σθένος ο Βάσος Λυσσαρίδης: «Αν εθνικισμός είναι να σέβεσαι την εθνότητα όλων και διαφυλάττεις τη δική σου, τότε δηλώνω αδιόρθωτος εθνικιστής».

[14] Ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου μιλάει σ’ ένα άρθρο του για την κατηγορία των ανθρώπων αυτών, χαρακτηρίζοντάς τους συμβιβασμένους και προσεταιρισμένους, παρ’ όλο που κι’ ο ίδιος συνετέλεσε τα μέγιστα στην προώθησή τους, για να τους χρησιμοποιεί κατά το δοκούν. Ως συμβιβασμένους, νόμιζε (είχε την αυταπάτη, όπως και με τον Σημίτη και άλλους), ότι μπορεί να τους χρησιμοποιεί σαν μαριονέτες, για τις δικές του αρχηγικές κι’ εξουσιαστικές σκοπιμότητες, ως ταχυδακτυλουργός. Τελικά στο σημείο αυτό αποδείχτηκε, όσον αφορά τον Κ. Σημίτη, αφελής, ενώ ο διάδοχός του πανούργος.

[15] Το απόσπασμα αναφέρεται στο έργο του Κρις Χάρμαν, Μαρξισμός και ιστορία. Βάση και εποικοδόμημα, εκδ. «Μαρξιστικό βιβλιοπωλείο», Αθήνα 2009, σ. 63.

[16] Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της χούντας 1967 -74 κυκλοφορούσαν πλήθος βιβλίων μαρξιστικής προέλευσης.

[17] Ένας από τους συνεργάτες του Μηλιού στο περιοδικό «Θέσεις», του κατ’ εξοχήν περιοδικού της μαρξιστικής σκέψης και της θεωρητικής σχολής ενάντια στο έθνος –κράτος. Από κει και πέρα υπάρχει και το περιβόητο ΕΛΙΑΜΕΠ, ορισμένες ΜΚΟ και οι εθνομηδενιστές πανεπιστημιακοί διανοούμενοι.

[18] Δημήτρης Μπελαντής, «Η ‘στροφή’ των διανοουμένων: Για την αδιάκριτη γοητεία του ‘εκσυγχρονισμού’ στους αριστερούς διανοούμενους», περιοδικό «Θέσεις» τεύχος 59, Απρίλιος – Ιούνιος 1997. Υπάρχουν πάμπολλα παραδείγματα γνωστών και μη εξαιρετέων πρώην «αριστερών» και νυν ακραιφνών νεοφιλελεύθερων, που κατέχουν διευθυντικό ρόλο στο σύστημα εξουσίας της αστικής τάξης. Θα αναφέρω παραδείγματα, όπως της Δαμανάκη, του Ανδρουλάκη, του Κοτζιά, του Μπίστη, του Πάγκαλου, του Μόσιαλου και άλλων πολλών ακραιφνών «αριστερών», που υπηρετούν στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του συστήματος, όπως στα Πανεπιστήμια, στα Πνευματικά Ιδρύματα, στα Συνδικάτα, στη Βουλή, αλλά και στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους κ.λπ. Τόσο ο Γιαννης Μηλιός όσο και ο Δημήτρης Μπελαντής αναφέρονται σε αριστερούς διανοούμενους. Τίθεται ωστόσο το ερώτημα: Γιατί να είναι σώνει και καλά «αριστεροί διανοούμενοι», αυτοί που αναφέρουν ο Μηλιός και ο Μπελαντής; Με αυτήν την έννοια αριστεροί διανοούμενοι υπήρξαν κι’ ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Κώστας Σημίτης και πολλοί άλλοι, ων ουκ έστιν αριθμός.

Όποιος έχει την ταμπέλα ή αυτοαποκαλείται «αριστερός», για να το γενικεύσουμε, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι είναι και αριστερός! Ούτε επειδή κάποιος είναι στο ΚΚΕ. είναι αυτομάτως κομμουνιστής, ούτε επειδή είναι στο ΠΑΣΟΚ είναι αυτομάτως σοσιαλιστής. Ούτε προοδευτικός, όποιος χαρακτηρίζει συλλήβδην τους Έλληνες ως ρατσιστές.

Είναι πασίγνωστο το: Στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις! Αυτός ο παραλογισμός στην πατρίδα μας έχει γίνει καθεστώς.

Αυτή η σύγχυση πρέπει κάποτε να εκλείψει, για να διαχωριστεί η ήρα απ’ το στάρι.

Η διαστροφή και η μετάλλαξη των εννοιών, είναι απ’ τις γενεσιουργές αιτίες της απόλυτης σύγχυσης, του ποιος είναι αριστερός, δεξιός, προοδευτικός, συντηρητικός, αντιδραστικός κ.λπ. Τίποτε δεν είναι πια αυτονόητο! Και για να γίνουμε απόλυτα σαφείς: Είναι π.χ. αριστεροί οι ανωτέρω αναφερόμενοι, επειδή πήγαν στο μεταλλαγμένο «αριστερό», αντιλαϊκό, ΠΑΣΟΚ της Νέας Τάξης και της παγκοσμιοποίησης; Όλοι αυτοί θα πρέπει να ξεσκεπαστούν, για να τους αφαιρεθεί το «αριστερό» φωτοστέφανο, που εξαπατά τον κόσμο. Η παρακμιακή πορεία της ελληνικής κοινωνίας που οδηγεί στην υποτέλεια και την εξάρτηση, έχει αλλοιώσει και οδηγήσει στην παρακμιακή πορεία και κακοποίηση και τη γλώσσα και τις έννοιες, που εκφράζει.

Βέβαια όλους αυτούς τους προστατεύει το σύστημα, γιατί τους χρειάζεται και τους δίνει την πλήρη δημοσιότητα και ασυδοσία, ενώ όλους όσοι ασκούν κριτική σ’ αυτό το σύστημα, προσπαθεί να τους θέσει στο περιθώριο μέσω του κοινωνικού αποκλεισμού.

Όσοι φύγαμε απ’ το ΠΑΣΟΚ και ήμασταν απ’ τα ιδρυτικά στελέχη του, ήμασταν αντιδραστικοί; Γι’ αυτό το εγκαταλείψαμε; Γιατί προσχωρήσαμε στην αντίδραση; Ή συνέβη το αντίθετο; Η απάντηση: Ασφαλώς το αντίθετο.

Με όλα αυτά τα κρίσιμα θέματα ασχοληθήκαμε στις μελέτες μας: «Δημοκρατικός Σοσιαλισμός ή το όραμα του ΠΑΚ και του ΠΑΣΟΚ και η εφαρμογή του στην πράξη» και στο: «Ο μύθος του Ανδρέα ή οι θεωρητικές βάσεις της Ένωσης Κέντρου, του ΠΑΚ και του ΠΑΣΟΚ και η πρακτική τους κατάληξη», καθώς και σε σωρεία αναλύσεών μας που αναφέρονται στο ιστολόγιο: www.damonpontos.gr. Θα αναφέρουμε απλώς μία απ’ τις τελευταίες: «Απαρχές και εξέλιξη της κακοδαιμονίας στην Ελλάδα», όπου εξιστορούμε τα αίτια της παρακμιακής πορείας του τόπου έως σήμερα.

[19]Ανακύπτει πραγματικά το ερώτημα. Κατατάσσονται όλοι οι Αριστεροί σ’ αυτήν την κατηγορία των αποδομητών του Έθνους – Κράτους; Η απάντησή μας είναι: ασφαλώς όχι! Μιλάμε για μιαν ηγετική ομάδα στην κορυφή της πυραμίδας και όχι για τη βάση, που κατά βάση είναι πατριωτική. Ούτε για την εαμογενή Αριστερά, που αποτελεί τη συντριπτική πλειοψηφία της Αριστεράς και του ΠΑΣΟΚ, για να μην πάμε και πάρα πέρα. Γιατί υπάρχει ο κίνδυνος να κατηγορηθούμε για γενίκευση, που ποτέ δεν πρέπει να εφαρμόζεται και φυσικά δεν μας εκφράζει. Βέβαια η διαφθορά, που εφάρμοσε το αστικό κράτος, για να ελέγχει την κοινωνία, έχει καταρρακώσει ακόμη και αυτόν τον εαμογενή χώρο.

Είναι αυτοί που διασπούν την ενότητα του εθνικού με το κοινωνικό.

[20] Τζέιμς, Πέτρας, Η παγκοσμιοποίηση χωρίς μάσκα, ό.π., σ. 185. και σ. 211.

[21] Οι άσπονδοι «φίλοι και σύμμαχοί» μας εργάζονται συστηματικά προς αυτή την κατεύθυνση. Τα πρώτα σημάδια φαίνονται στον ορίζοντα. Ο εχθρός ωστόσο είναι εντός των τειχών.

[22] Εναντίον όλων αυτών, πρέπει να σχηματιστεί μέτωπο πάλης, με σύνθημα, αυτό που διακήρυξε κάποτε ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Γέρος: «Τρομοκρατήστε τους τρομοκράτες!»

[23] Βλ. το άρθρο του στην Αυγή, 27.3.2009).

[24] Το έτος 1992, ο Κώστας Σημίτης έγραψε και κυκλοφόρησε ένα βιβλίο με τίτλο
Εθνικιστικός Λαϊκισμός ή Εθνική Στρατηγική, εκδ. «Γνώση», Αθήνα 1992. Λίγα χρόνια αργότερα έθεσε σε εφαρμογή την παραπάνω έξωθεν διατεταγμένη λογική με τον πιο χυδαίο και απροσχημάτιστο τρόπο.

[25] Ο Λένιν αποκαλούσε αυτούς τους υπαλλήλους της Αριστεράς «χρήσιμους ηλίθιους», όπως και πράγματι είναι.

[26] Νίκος Πουλαντζάς, Για τον Γκράμσι…, ό.π., σ. 36. Γι’ αυτό και ο Κώστας Σημίτης κυρίως διόρισε κατά εκατοντάδες σε θέσεις κλειδιά του ιδεολογικού μηχανισμού του κράτους, όπως πανεπιστήμια, πνευματικά ιδρύματα, συνδικάτα, κ.λπ, εκατοντάδες ή και χιλιάδες εθνομηδενιστές.

[27] Όποιος είναι υπέρ της παγκοσμιοποίησης εναντιώνεται στον πατριωτισμό (εθνισμό) και όποιος εναντιώνεται στον πατριωτισμό είναι υπέρ της παγκοσμιοποίησης.

[28] Είναι γνωστό ότι η οικονομική κρίση δεν μετατρέπεται αυτομάτως και υποχρεωτικά σε πολιτική κρίση και σε κρίση του κράτους. Είναι επίσης γνωστό, όπως λέει ο Νίκος Πουλαντζάς, ότι «οι κρίσεις, ιδιαίτερα οι οικονομικές, παίζουν οργανικό ρόλο στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου». Βλ., Νίκος Πουλαντζάς, Για τον Γκράμσι…,ό.π., σ. 112.

Κατά την άποψή μας δεν πρόκειται μόνο για αναπαραγωγή , αλλά και για ανασυγκρότηση. Σ’ αυτήν την αναπαραγωγή και ανασυγκρότηση συντελούν και συμβάλλουν κι’ οι διανοούμενοι, τους οποίους περιγράψαμε, ως χτυπητά παραδείγματα, γιατί μακρύς είναι ο κατάλογός τους και αποτελούν στην ουσία τους «οργανικούς διανοούμενους» της ελληνικής αστικής τάξης και γενικότερα. Ας ανατρέξει κανείς στη λίστα των διανοουμένων που ήταν υπέρ του σχεδίου Ανάν.

[29] Μαξ, Βέμπερ, Κοινωνιολογία του κράτους, εκδ. «Κένταυρος», Αθήνα 1996, σ. 128.

[30] Για όσους δεν γνωρίζουν, το ΠΑΚ (Πανελλήνιο Απελευθερωτικό Κίνημα) ήταν η αντιστασιακή οργάνωση κατά τη διάρκεια της δικτατορίας 1967 -74, από την οποία στην μεταπολίτευση δημιουργήθηκε ως πολιτικό σχήμα το ΠΑΣΟΚ (Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα).

[31] Α. Γ. Παπανδρέου, Η σημασία της Νοεμβριανής λαϊκής εξέγερσης, εφημ. «Αγώνας», 29.9.1973. Ο

Ανδρέας Παπανδρέου μπορεί να εφάρμοσε το γνωστό «δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις», όμως είχε πει πολλές αλήθειες που ισχύουν και σήμερα.

[32] Σάκης Καράγιωργας, Μελέτες –Άρθρα – Ομιλίες, 3ος τόμος, σ. 204.

[33] Υπάρχει η γνωστή θεωρία των ρήξεων και των ανατροπών, με την έννοια ότι οι ποσοτικές ρήξεις θα οδηγήσουν κάποτε και στην ποιοτική αλλαγή των ανατροπών, δηλαδή της ριζικής αλλαγής των δομών μιας κοινωνίας.

[34] Συνέντευξη του Σοζέ Σαραμάγκου στην εφημ «Ελευθεροτυπία», στις 21.6.2010.

[35] Συνέντευξη του Ζοζέ Σαραμάγκου στην εφημ. «Ελευθεροτυπία», στις 21 Ιουνίου 2010.

[36] Βλ. Νίκος Πουλαντζάς, Κείμενα, Μαρξισμός, Δίκαιο, Κράτος, εκδ. «νήσος/Ινστιτούτο Νίκος Πουλατζάς, Αθήνα 2009, σ. 491.

[37] Λουί Αλτουσέρ, Για τον Μαρξ, εκδ. «Γράμματα», Αθήνα 1978, σ. 9.

[38] Βλ. Συνέντευξη του Κοστάντσο Πρέβε στην εφημ. «Ελευθεροτυπία», 19.11.2011 με τίτλο: «Περνάμε από μια φάση του καπιταλισμού σε μια άλλη». Στο σημείο αυτό καλό είναι, μιας και ό Πρέβε αναφέρεται σε λαό και έθνος, να διευκρινίσουμε την έννοια του όρου «λαός», γιατί υπάρχει και για τον όρο αυτόν μεγάλη σύγχυση, επειδή πολλοί τον εκλαμβάνουν ως μια γενική έννοια χωρίς ταξικό περιεχόμενο που δεν σημαίνει τίποτε. Ασπάζομαι τον ορισμό που δίνει στην περίπτωση αυτή ο Νίκος Πουλατζάς, στο έργο του: Θέματα μαρξιστικής αντίληψης του κράτους, εκδ. «Ινστιτούτο Νίκος Πουλατζάς, Αθήνα, σ. 14., που λέει: «”Λαός” εδώ σημαίνει όχι την αυθεντική “υπόσταση” του “συνόλου των συγκεκριμένων ατόμων”, αλλά το σύνολο “των καταπιεζόμενων τάξεων”, που αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα των μελών ενός “εθνικού” καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού». Βασικά στην κοινή αντίληψη εννοούμε τα φτωχά λαϊκά στρώματα, που γίνονται αντικείμενο, όχι μόνο καταπίεσης, αλλά και εκμετάλλευσης. Καλό είναι να ξεκαθαρίζουμε και τις έννοιες, που η άγνοιά τους δημιουργεί συγχύσεις.

[39] Κοστάντσο Πρέβε, «Περνάμε από μια φάση του καπιταλισμού σε μια άλλη», ό.π.