Home > Ιδεολογία > Επιστολή στον Γιώργο Καραμπελιά, με αφορμή την συζήτησή του με τον Αλέκο Αλαβάνο

Επιστολή στον Γιώργο Καραμπελιά, με αφορμή την συζήτησή του με τον Αλέκο Αλαβάνο

Μάρτιος 26th, 2016

Αγαπητέ Γιώργο,
παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή την συζήτησή σου με τον Αλαβάνο στον Ιανό, που έγινε την Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016, και τα σχόλια που έκαναν οι προσκεκλημένοι.
Θέλω εκ προοιμίου να τονίσω ότι ήταν πάρα πολύ καλή και χρήσιμη η ανάλυσή σου και μου δίνει την ευκαιρία να τονίσω ότι θα πρέπει μεθοδικά και προγραμματισμένα να καλέσουμε σε διάλογο και αντιπαράθεση όλο αυτό το εθνοαποδομητικό μέτωπο γενικά από αριστερά και δεξιά και απ’ όπου αλλού κι αν προέρχεται, γιατί δεν είναι φυσικά μόνο από την Αριστερά, με τα κοσμητικά επίθετα που την κόσμησες εσύ, αλλά κυρίως ο ίδιος ο Αλαβάνος σε υπερβολικό βαθμό.

Εσύ κράτησες μια αξιοπρεπή στάση απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ και τους Συριζαίους, παρ’ όλο που τους άσκησες πιο αυστηρή και ουσιαστική κριτική από τον ίδιο τον Αλαβάνο, αλλά επί της ουσίας.
Οι απόψεις σου με βρίσκουν σύμφωνο, άλλωστε με βάση και τα δικά μου κείμενα, ξέρεις πολύ καλά, ότι σχεδόν σε όλα συμφωνούμε, οπότε δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω και μάλιστα ορισμένα τονίζω εγώ που εσύ άρχισες να συνειδητοποιείς συντοχρόνω, πριν καταλήξεις στα τελικά σου συμπεράσματα, που είναι τα ίδια με τα δικά μου.

Θέλω να τονίσω ότι ίσως είσαι ο μόνος, ή για να μην αδικήσω κάποιον που δεν ξέρω, είσαι από τους μετρημένους στα δάκτυλα του ενός χεριού, που έχει κάνει υπέρβαση της κομμουνιστικής ιδεολογίας, χωρίς φυσικά να την αγνοείς στις αναλύσεις σου, αφήνοντάς σου ορισμένα ακόμη κατάλοιπα (κουσούρια). Και όταν λέω υπέρβαση εννοώ το εξής κα αποτελεί το κριτήριο εκτίμησης όσων γαλουχήθηκαν από  την κομμουνιστική ιδεολογία, όπως εσύ.

Όσοι λοιπόν γαλουχήθηκαν από την κομμουνιστική ιδεολογία είναι βαθιά μέσα τους διαποτισμένοι (είναι στο DNA τους) από τον λενινισμό, αλλά κυρίως από τον σταλινισμό, που σημαίνει ότι είναι κάτοχοι της απόλυτης αλήθειας και διαχειριστές της, ενώ όλοι οι άλλοι είναι μια ακαθόριστη και αδιαμόρφωτη μάζα, της οποίας ο ρόλος είναι να υπακούει και να εκτελεί τις εντολές των «πεφωτισμένων» με την ανωτέρω έννοια. Παράδειγμα ό Μίκης Θεοδωράκης, που είναι από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Τις Σπίθες τις ακύρωσε και τις κατέστρεψε και το λέγω μετά παρρησίας, (παρ’ όλο τον σεβασμό που τρέφω για την μεγάλη του προσφορά), λόγω αυτής της νοοτροπίας, που αποτελεί επαναλαμβάνω δεύτερη φύση στους γαλουχημένους από  την μαρξιστική ιδεολογία.

Η συνέπεια τούτου είναι ότι οι αριστεροί βασικά, με διαβαθμίσεις αυτήν την φορά, δεν έχουν καμία σχέση με αυτό που λέγεται δημοκρατία. Έχω «άπειρα» παραδείγματα να το αποδείξω, που θα μας πήγαιναν μακριά. Όταν φεύγουν από το μαντρί, όπως π.χ. από το σταλινικό ΚΚΕ διαλύονται διαδοχικά ως μηχανισμοί εις τα εξ ων συνετέθησαν. Δηλαδή η διάσπαση της διάσπασης.

Πέρα από αυτά τα βασικά κριτήρια αξιολόγησης της αριστεράς υπάρχει και παραδοσιακή άποψη ότι τα πάντα ρυθμίζει η οικονομία, σε τελευταία κατάληξη, όπως έλεγε ο Ένγκελς, όπως πολύ καλά ξέρεις και την ανέφερες ως οικονομισμό, τον οποίο και τώρα ακόμη ασπάζεται η αριστερά και με αυτήν την έννοια με τον πλαν Β και ο Αλαβάνος, που νομίζει ότι αν πάμε στην δραχμή, επήλθε, έστω και με προϋποθέσεις, η σωτηρία. Λάθος μεγάλο. Η αιτία, όπως τόνισες κι εσύ και όπως τόνισε και ο ίδιος είναι η εξάρτηση και η εξάρτηση, κατά την δική μου άποψη, που ασπάζεσαι στο μεταξύ κι εσύ εδώ και καιρό, είναι η παρασιτική νοοτροπία του Έλληνα. Ο Αλαβάνος μίλησε ότι η αιτία είναι μέσα στο μυαλό μας. Δεν την προσδιόρισε όμως, όπως το κάνω εγώ, αναλύοντας την αιτία. Η ελληνική κοινωνία ήταν μετά από την σύντομη περίοδο του Καποδίστρια, ως κυβερνήτη, ετερόφωτη και ετεροπροσδιοριζόμενη. Η μεν δεξιά, για να μιλήσουμε με τους παραδοσιακούς όρους, που έχαναν πια το νόημά τους, αλληθώριζε προς την Δύση, η δε αριστερά προς την Ανατολή. Η βασική αιτία αυτού του φαινομένου ήταν και είναι η παρασιτική (μεταπρατική) νοοτροπία του Έλληνα, που δεν βασιζόταν στις δικές του δυνάμεις, έχοντας αυτοπεποίθηση στον εαυτό του, αλλά στους ξένους, όπως και τώρα δυστυχώς. Η εξάρτηση είναι πρώτα στα μυαλά και μετά σε όλα τα άλλα. Γι’ αυτό τονίζω ότι βιώνουμε την μεγαλύτερη και πρωτοφανή παρακμιακή πορεία των Ελλήνων και της Ελλάδας γενικότερα σε όλα τα επίπεδα: Ηθικά, πνευματικά, οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά και προ πάντων πολιτιστικά, ως ετερόφωτοι και ανώριμοι σε τελευταία ανάλυση, ως ηγεσία και λαός.

Αυτά τα φαινόμενα τα τόνισες κι εσύ με αρκετή σαφήνεια. Εγώ τα τονίζω ακόμη περισσότερο.

Εκείνο που τόνισες ακόμη και δεν το λαμβάνει η αριστερά και οι διάφοροι οικονομολόγοι παγκοσμίως γνωστοί, και μάλιστα νομπελίστες οικονομολόγοι είναι η μονοδιάστατη άποψη της πραγματικότητας, που τονίζει τον οικονομικό παράγοντα, λες και η Ελλάδα είναι μια χώρα, σαν την Δανία ή την Ολλανδία, ή ακόμη και την Γερμανία και δεν έχει εθνικά προβλήματα, προβλήματα επεκτατικών απειλών των γειτόνων της και προβλήματα ασφάλειας και λοιπά και λοιπά. Αυτό το τελευταίο το τονίζεις κι εσύ και το τόνισες επαρκώς στην συζήτηση επανειλημμένως και παραθέτω την θέση σου σχετικά με τους γεωπολιτικούς και γεωστρατηγικούς παράγοντες, κάτω από τους οποίους υπάγονται τα οικονομικά –ταξικά:
«Πολλοί φίλοι θεωρούν πως ίσως υπερβάλλουμε σε μία κατεύθυνση «συνωμοσιολογίας». Εγώ ο ίδιος παλαιότερα, νεότερος και βαθιά ποτισμένος από τον μαρξιστικό ντετερμινισμό, υποτιμούσα τον πολιτικό και τον γεωπολιτικό παράγοντα εμμένοντας μόνο στις ταξικές αντιθέσεις με μια στενή και οικονομίστικη έννοια του όρου. Σήμερα, και από την εμπειρία μου αλλά και από τη  βαθύτερη γνώση της ιστορίας έχω καταλήξει πως και οι ταξικές αντιθέσεις εκφράζονται πάντα μέσα από γεωπολιτικά και πολιτικά παίγνια. Ιδιαίτερα δε σε χώρες μικρού ή μεσαίου μεγέθους, με μεγάλα εθνικά προβλήματα, μεγάλη ταξική ρευστότητα και σε περιοχές συνάντησης πολλαπλών αντιθέσεων και συγκρούσεων μικρών και μεγάλων δυνάμεων, εκεί αυτές οι αντιθέσεις και οι γεωπολιτικοί σχεδιασμοί αποκτούν αποφασιστική σημασία. Και εδώ παρεμβαίνουν και ιστορικοί παράγοντες. Από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, αν όχι και πριν από αυτό,  οι αντιθέσεις των Μεγάλων δυνάμεων έπαιζαν αποφασιστικό ρόλο στον προσανατολισμό της χώρας. Γι’  αυτό όταν δημιουργήθηκε το ελληνικό κράτος τα τρία κυρίαρχα κόμματα αποκαλούνταν επισήμως ως το αγγλικό, το γαλλικό και το ρωσικό κόμμα. Έκτοτε δεν κατορθώσαμε ποτέ να ξεφύγουμε  από αυτόν τον αποφασιστικό ετεροκαθορισμό, ο οποίος ενώ δεν αναιρεί τις ταξικές αντιθέσεις διαπλέκεται μαζί τους και τις εκφράζει ή τις διαστρέφει.

Οι Μεγάλες Δυνάμεις και τα ξένα συμφέροντα επικεντρώνονται αποφασιστικά στο πολιτικό σύστημα, τη διανόηση και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα. Οι Αμερικανοί και το αγγλοσαξονικό λόμπι και οι Γερμανοί προσπαθούν να ελέγξουν κατεξοχήν τη διανόηση και τον τύπο καθώς και τα πολιτικά κόμματα.

Σε μία ρευστή κοινωνική πραγματικότητα και σε μια κοινωνία εθισμένη στις ξένες επεμβάσεις, η σύνδεση με τα συμφέροντα της μιας ή της άλλης δύναμης, μεταβάλλεται μάλλον σε κανονικότητα (αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά μία σχέση πρακτορικού χαρακτήρα) αλλά πολύ συχνά σύμπτωση συμφερόντων και προώθησης των «φίλιων» δυνάμεων, έτσι ώστε να είναι περίεργο μάλλον το αντίθετο, δηλαδή η ύπαρξη πολιτικών και μιντιακών δυνάμεων που να μην είναι συνδεδεμένες με ξένα συμφέροντα και επιδιώξεις!».

Προς επίρρωση των ανωτέρω παραθέτουμε και μια κριτική άποψη του Κ. Παπαϊωάννου στη θεώρηση του Μαρξ: «Ο κοινωνιολογικός “μονισμός” του, που γνωρίζει μόνο τον οικονομικό ντετερμινισμό και θεωρεί όλα τα υπόλοιπα λίγο –πολύ “αιθέρια” (εξωπραγματικά) “εποικοδομήματα”, απορρέει άμεσα και σχεδόν καθόλου κριτικά, από τη “μονοφυσίτικη” φιλοσοφία του, που θέλει να ταυτίσει την “ουσία” του ανθρώπου αποκλειστικά με την παραγωγική δύναμή του»[1]

Αυτή η άποψη που κυριάρχησε στη μαρξιστική θεωρία στην Πρώτη, στη Δεύτερη και εν μέρει και στην Τρίτη Διεθνή, εκφράστηκε ως οικονομισμός. Στην πραγματικότητα, λέει ο Νίκος Πουλαντζάς, «ο οικονομισμός θεωρεί ότι όλα τα επίπεδα της κοινωνικής πραγματικότητας, του κράτους συμπεριλαμβανομένου, είναι απλώς επιφαινόμενα, που μπορούν ν’ αναχθούν στην οικονομική βάση. Ως εκ τούτου μια ειδική μελέτη του κράτους καθίσταται περιττή».[2]

Με βάση τα ανωτέρω λέω ότι έχεις κάνει υπέρβαση. Όμως έχεις ακόμη κάποιες εμμονές, που είναι άλλου χαρακτήρα και τις έχω επισημάνει σε σένα τον ίδιο κατά καιρούς.

Θα συνεχίσω, μιας και αναφέρθηκα στα βασικά, σε ορισμένες επισημάνσεις. που έκανες κι εσύ και επειδή είναι και δικές μου, αλλά και ανεξάρτητα, τις αναφέρω. Στην αντίθεση Δύσης και Ανατολής πολύ σωστά επισήμανες ότι «δεν θέλω την Τουρκία, γιατί δεν έχει επιστροφή», εννοώντας ότι από την Τουρκία και τον τουρκικό επεκτατισμό προέρχονταν πάντοτε οι κίνδυνοι συρρίκνωσης και σήμερα ίσως εξαφάνισης του ελληνισμού, ενώ τέτοιος κίνδυνος, παρ’ όλες τις αρνητικές του πλευρές, δεν υπήρχε από την Δύση. Συμφωνώ και επαυξάνω. Όχι βέβαια ότι και η Δύση δεν μας έκανε τεράστιες καταστροφές με αποκορύφωμα το 1204 , με την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους, φαινόμενο που το έχεις αναλύσει τόσο εμπεριστατωμένα.

Επίσης πολύ σημαντικό είναι αυτό που τόνισες για τις συμμαχίες. Χωρίς συμμαχίες, αλλά τελείως απομονωμένοι, είμαστε στο κενό, φτερό στον άνεμο. Προσωπικά συνηθίζω να λέω. Θα μας ρημάξουν μέχρι εξαφανίσεως οι «άσπονδοι φίλοι και σύμμαχοί μας» από την Ανατολή, τον Βορρά και την Δύση πέραν του Ατλαντικού. Γι’ αυτό συνηγορώ και με αυτό που τόνισες ότι δηλαδή πρέπει να αποκτήσουμε πρώτα συμμαχίες στην Δύση. Εγώ τονίζω στην περιοχή μας την συμμαχία με το Ισραήλ, αλλά με βάση την αμοιβαιότητα, για να μην είναι μια τέτοια συμμαχία ετεροβαρής. Αξίζει να αναφέρουμε ότι η Τουρκία ποτέ δεν έκανε κάτι, χωρίς να έχει εξασφαλισμένη κάποια συμμαχία. Με την κατάρριψη του ρωσικού αεροπλάνου, προσπάθησε να συμπαρασύρει το ΝΑΤΟ με το μέρος της χωρίς επιτυχία. Βέβαια η συμμαχία της με την Γερμανία είναι μόνιμη και διαχρονική.

Ο βασικοί μας κίνδυνοι σίγουρα είναι αυτοί που αναφέρω πάντοτε και τους έχω καταθέσει και στο τελευταίο κείμενό μου επίσης με τίτλο: «Το μήνυμα της 25ης Μαρτίου». Δύο απ’ αυτούς τους θανάσιμους κινδύνους, αν θέλουν να τους βάλουμε σε μια σκάλα αξιολόγησης στην παρούσα φάση και στο μέλλον είναι το δημογραφικό και η ισλαμοποίηση της Ελλάδας, όπως εγώ την αποκαλώ, γεγονός που τόνισες κι εσύ με υπερβολή. Η αριστερά στον τομέα αυτόν αγρόν αγοράζει, λόγω της πολυπολιτισμικής της «διεθνιστικής» βλακείας, όπως την περιγράφει ο Αϊνστάιν και νομίζω την γνωρίζει πας ο Έλλην.

Τώρα μερικές δευτερεύουσες παρατηρήσεις, που ίσως δεν τις γνωρίζεις. Ο Αλέκος Αλαβάνος, εκτός απ’ αυτά που του καταμαρτύρησαν από κάτω στην σύντομη συζήτηση που ακολούθησε, ήταν διαπρύσιος υποστηρικτής του βιβλίου της Ρεπούση. Τον άκουσα ο ίδιος στο θέατρο Παλλάς, να αναφέρεται μετά πάθους υπέρ της, κεραυνοβολώντας τους «εθνικιστές». Έχει πάρα πολλές αμαρτίες στην «καμπούρα του», ως παραδοσιακός αριστερός, αν μου επιτρέπεται η έκφραση, και πολλά επιχειρήματά του ή ήταν άσχετα ή έμοιαζαν ή ήταν προφάσεις εν αμαρτίες.

Το φαινόμενο Γρηγορόπουλου το έζησα στις διαδηλώσει ο ίδιος το 2008. Ήταν προσχεδιασμένο από εξωθεσμικά κέντρα, όπως το κάψιμο της μισής Ελλάδας, όπως θυμάσαι. Ήταν οι προσπάθειες των ΗΠΑ να ξεμπερδεύουν με τον Καραμανλή, λόγω της προσέγγισής του προς την Ρωσία με την συμφωνία Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη, με την άρνηση του στο Βουκουρέστι στις 8 Απριλίου του 2008, την έμμεση ενίσχυση του Τάσου Παπαδόπουλου στην Κύπρο κ.λπ.

Επιπλέον τώρα ορισμένες σκόρπιες παρατηρήσεις, όπως τις έχω καταγράψει και αξίζει να τις αναφέρω. Η Αριστερά δεν είχε και τώρα φυσικά πολύ περισσότερο, δεν έχει όραμα και προτάσεις, παρά μόνο ταμπέλες. Περιεχόμενο αυτό που τις υπαγορεύουν οι Αμερικανοί, Αγγλοσάξωνες και Γερμανοί. Εδώ θα κάνω ένα σχόλιο. Βασικά πίσω απ’ όλα είναι και κρύβονται οι Αμερικανοί που παίζουν το πρώτο παιχνίδι. Μετά ακολουθούν όλοι οι άλλοι. Την κυβέρνηση αυτήν την ανέδειξαν, όπως γράφω οι Αμερικανοί. Κι εδώ κάνεις ένα θεμελιώδες λάθος εκτίμησης. Λες δηλαδή ότι έπρεπε να συναινέσει ο ΣΥΡΙΖΑ στην εκλογή του προέδρου και να περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να διεκδικήσει την κυβέρνηση. Κάνεις τεράστιο λάθος, για τον απλούστατο λόγο ότι οι μαθητευόμενοι μάγοι, για να μην πω την βαριά λέξη μικρόνοες, δεν ήταν λόγω συγκρότησης θεωρητικής και εμπειρικής και λόγω αριστερής παράδοσης εκτός πραγματικότητας, να αντιληφθούν ότι τους χρησιμοποίησε κατάλληλα και μεθοδικά η Αμερική, για να λύσει, κατά την δική μου αντίληψη, που την έχω επίσης καταθέσει γραπτώς, τα εθνικά θέματα, γιατί η αριστερίστικη ιδεοληψία τους, στην οποία φοίτησες κι εσύ παλιά και απαλλάχτηκες, δεν ήταν σε θέση να καταλάβουν την παγίδα. Εξάλλου η ιμπεριαλιστική πολιτική των Αμερικανών και η ψευτοδιεθνιστική πολυπολιτισμική τους ιδεολογία (ιδεοληψία) δεν τους επέτρεψε να δουν τα πράγματα, όπως άξιζε και έπρεπε να τα δουν. Η εξουσιομανία τους επίσης έπαιξε σημαντικό ρόλο, τον οποίο δεν πρέπει να παραβλέψει κανείς. Τους θόλωσε το μυαλό. Γιατί από τις καταλήψεις να αναδειχτούν σε κυβερνήτες, δεν θα το είχαν φανταστεί ποτέ στην ζωή τους. Επίσης κάτι βέβαια που δεν είναι και πολύ επαινετικό. Δεν έχουν την θεωρητική και πρακτική εμπειρία, για να αναδειχτούν άξιοι των περιστάσεων. Είναι, όπως λέμε, κατώτεροι των κρίσιμων περιστάσεων, τις οποίες και δεν ξέρουν και δεν μπορούν να διαχειριστούν προς όφελος και το συμφέρον της ελληνικής κοινωνίας. Γιατί για το συμφέρον των ξένων φροντίζουν και οι ίδιοι, χωρίς να το κατανοούν. Όμως το αποτέλεσμα μετράει, αν δεν θέλουμε να κάνουμε δίκην προθέσεων, που καμιά φορά έχει κι αυτό την αξία του. Οπότε έπεσαν εύκολα θύματα. Και πολλά άλλα συνετέλεσαν σ’ αυτό το αποτέλεσμα, αλλά δεν είναι του παρόντος. Απλώς θέλω να τονίσω και το συζητάμε, αν δε σε πείθω με αυτά που παραθέτω. Σ’ αυτό κάνεις λάθος εκτίμηση. Βέβαια τους στολίζεις ο ίδιος, αλλά και ο Αλαβάνος με τόσο προσβλητικά επίθετα, που εγώ προσωπικά δεν θα τα χρησιμοποιούσα. Εσύ έχεις κάνει κατά καιρούς κάποιους χαρακτηρισμούς από τους οποίους αναφέρω μια φράση: «Ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε μια συνένωση τυχοδιωκτών, ζηλωτών της εξουσίας με κάθε τίμημα, και ιδεοληπτικών…».

Τέλος μερικά «φιλοσοφικά» και άλλα «τραγικά» για τον Αλαβάνο, ο οποίος έχει σύγχυση σε θέματα φιλοσοφίας και τραγωδίας, που πιστεύω ότι προσπάθησε να τις διαβάσει τελευταία, γιατί πιστεύω ότι δεν έχει τέτοια παιδεία. Απλώς πασαλείμματα.

Ανέφερα τους φυσιοκρατικούς φιλοσόφους του 6 αιώνα π.Χ. λες και ήταν η μεγαλύτερη φιλοσοφία που μας αποκάλυψε. Δεν λαμβάνει υπόψη του ότι την υλιστική φιλοσοφία και την νομοτέλεια της φύσης ήρθαν πρώτα οι σοφιστές και μετά ο Σωκράτης να ταρακουνήσουν, για να μην πω αναιρέσουν σε μεγάλο βαθμό, θέτοντας το ζήτημα της ηθικής στην συζήτηση, όχι με την τρέχουσα σημασία της λέξης, αλλά με την φιλοσοφική, που σημαίνει ότι ο άνθρωπος έχει δυνατότητα επιλογής και δεν είναι  προγραμματισμένος νομοτελειακά, παρ’ όλο, όπως λέει και ο μεγάλος Έλληνας στοχαστής, ότι η αιτιακή σχέση παίζει κι αυτή τον ρόλο της, ίσως σημαντικότερο από άλλους, όπως και η οικονομία, αλλά δεν είναι το όλον.

Παραπέμπω στις θέσεις του Π. Κονδύλη, που έχω παραθέσει σε άλλα κείμενά μου, όπου μιλάει ότι έχει ξεπεράσει το σχήμα που θέτει ο Μαρξ, χωρίς φυσικά να το απορρίπτει, γιατί έχει την αξία του. «Ενώ η μαρξιστική αντίληψη της ιστορίας διέγραφε μια λίγο πολύ ευθύγραμμη πρόοδο με ηθικά φορτισμένη κατάληξη και με άμεσο φορέα το οικονομικό στοιχείο, η θεώρηση της ιστορίας από τη σκοπιά του πολιτικού στοιχείου έδειχνε μια ανακύκλωση παρόμοιων μηχανισμών (όχι αναγκαία συμβάντων), δίχως έσχατο ηθικό ή άλλο νόημα και δίχως επιστημονικά διακριβώσιμη μόνιμη προτεραιότητα του οικονομικού, του ιδεολογικού, του φυλετικού και εθνικού ή οποιουδήποτε άλλου παράγοντα. Η αποκοπή από την εσχατολογία, η οποία ψυχολογικά δεν με δυσκόλεψε πολύ, είχε ως λογική της συνέπεια την αναίρεση κάθε ευθύγραμμης σύλληψης του ιστορικού γίγνεσθαι. Άλλωστε η σύλληψη αυτή διατυπωνόταν πάντοτε με σκοπό την κατοχύρωση κάποιας εσχατολογίας. Όμως και το πρωτείο της οικονομίας μέσα στο μαρξιστικό σχήμα κατέτεινε επίσης, όσο κι’ αν αυτό φαίνεται παράδοξο, στην κατοχύρωση της εσχατολογίας με επιστημονικά επιχειρήματα. Γιατί η αναγκαιότητα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και η αναγκαιότητα της προσαρμογής των παραγωγικών σχέσεων στις παραγωγικές δυνάμεις φαινόταν να κάνουν αναπόδραστο το happy end της ιστορίας, δηλαδή την αταξική κοινωνία, ανεξάρτητα από τη βούληση, ανεξάρτητα ακόμη κι’ από την ατομική ηθική των ανθρώπων. Έτσι η άρνηση της εσχατολογίας συνεπέφερε και την άρνηση του πρωτείου της οικονομίας, τουλάχιστον, όπως το εννοούσε ο μαρξισμός».[3]

Τέλος μια παρατήρηση της Αγάπης που είναι και δική μου και την τονίζω με κάθε ευκαιρία. Όταν καλείς σε συζήτηση, τότε φροντίζεις δύο τινά, για να μην θεωρείς αυτούς που καλείς «μάζα». Πρώτον στέλνεις την εισήγησή σου προηγουμένως για να μελετήσουν όσοι φυσικά έχουν γνήσιο ενδιαφέρον, ώστε να γίνει πράγματι αποδοτική συζήτηση και για να μην είναι οι προσκαλεσμένοι παθητικοί δέκτες των ομιλιών των ομιλητών. Αν δεν μπορεί να γίνει αυτό, τότε προγραμματίζεις μια άλλη συζήτηση με το ίδιο περιεχόμενο, όπου παίρνουν ενεργό μέρος και οι προσκαλεσμένοι, μετά από μικρή αναφορά στις προηγηθείσες εισηγήσεις, για να μην φαίνεται και είναι αυτό που λέμε «μάθημα από καθέδρας». Η μορφή που γίνονται όλες οι παρουσιάσεις είναι στα παραδοσιακά «σταλινικά» πλαίσια, για να το διατυπώσω υπερβολικά ως σχήμα λόγου. Δηλαδή από την μια οι «πεφωτισμένοι» και από την άλλη η μάζα. Αυτά και άλλα εφτά, εννοώ ως κατάλοιπα που έμειναν υπόλοιπα, παρ’ όλη την υπέρβαση της αριστερής παθογένειας, την οποία πλέον δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε με την λογική, αλλά με την ψυχολογία και την ψυχοπαθολογία, που περιφρονούσε η αριστερά ανέκαθεν και την οδηγούσε και γι’ αυτό τον λόγο από το ένα τραγικό λάθος στο άλλο.

Τέλος αν θα ήθελα να διατυπώσω για άλλη μια φορά την παθογένεια των Ελλήνων γενικά, που μας οδήγησε στην καταστροφή, θα πω μια φράση μόνον: Η ΠΑΡΑΣΙΤΙΚΗ ΝΟΟΤΡΟΠΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ, ΠΟΥ ΤΟΥ ΕΓΙΝΕ ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΥΣΗ. Αυτή η φράση συμπυκνώνει όλην την επικίνδυνη για την ύπαρξη και επιβίωσή μας, σήψη και παρακμή.

Αυτές είναι ορισμένες βασικές παρατηρήσεις από την όλη συζήτηση. Υπάρχουν και άλλες αλλά δευτερεύουσες ή τριτεύουσες. Ορισμένα καίρια θέματα έχω καταθέσει στο άρθρο μου: «Το μηνύματα της 25ης Μαρτίου», που έχουν σχέση με την συζήτηση Γιώργου Καραμπελιά – Αλέκου Αλαβάνου.

Δαμιανός Βασιλειάδης

ΥΓ Αντίλογος είναι διακαώς επιθυμητός. Με βασική αρχή. Σέβομαι και έχω ανοχή στην άλλη άποψη, αλλά δεν είμαι υποχρεωμένος να την αποδεχτώ ως πανάκεια.

Δηλώσεις του Παναγιώτη Κονδύλη για το έθνος, που ενισχύουν την επιχειρηματολογία του Γιώργου Καραμπελιά για τον θανάσιμο κίνδυνο εξ Ανατολών.

«Το έθνος συνέπεσε εν τέλει με το κράτος όχι γιατί το κράτος διευρύνθηκε, αλλά γιατί το έθνος ακρωτηριάσθηκε και συρρικνώθηκε, γιατί αφανίσθηκε ή εκτοπίσθηκε ο ελληνισμός της Ρωσίας (μετά το 1919), της Μ. Ασίας (μετά το 1922). των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής (ιδίως μετά το 1945). Ακολούθησε η εκδίωξη του ελληνισμού από την Κωνσταντινούπολη (1955) και την βόρειο Κύπρο (1974), ενώ σήμερα παρευρισκόμαστε μάρτυρες της αποσύνθεσης και της μαζικής φυγής του ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου. Πρόκειται για μιαν εξαιρετικά πυκνή αλυσίδα εθνικών καταστροφών μέσα σε διάστημα ελάχιστο από ιστορική άποψη – εβδομήντα μόλις χρόνια. Και οι καταστροφές αυτές δεν επιδέχονται αναπλήρωση ή αντιστάθμιση». (Από το βιβλίο του: Η θεωρία του πολέμου)

[1] Βλ. Κώστας Παπαϊωάννου, Μαρξ και μαρξισμός, Οντολογία και αλλοτρίωση, τόμ. Ι, εκδ. «Εναλλακτικές εκδόσεις», Αθήνα 2009, σ. 65.

[2] Νίκος Πουλαντζάς, Κείμενα, Μαρξισμός, Δίκαιο, Κράτος, εκδ. «Νήσος», Αθήνα 2008, σ. 236.

[3] Βλ. Συνέντευξη του Παναγιώτη Κονδύλη στo περιοδικό «Διαβάζω, τ. 384, Απρίλιος 1998, με τίτλο «Εκπλήσσομαι αν κάποιος συμφωνεί μαζί μου». Εμείς πάντως συμφωνούμε μαζί του.